Translate

06 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο εκδρομής στην Τοσκάνη, αλλά και στην Emiglia Romana. 4η μέρα, 9 Μαΐου 2026. Parma και Modena.

 Τετάρτη μέρα αδειούχοι, εν Ιταλία ευρισκόμενοι και ο προορισμός μας  αυτή τη φορά ήταν δύο πόλεις βορειότερα του Prato, υπόλοιπο από το ταξίδι μας το φθινόπωρο του 2025 στη Bologna και τη γύρω περιοχή. Δεν τα είχαμε προλάβει, δεν έτυχε να πάμε. 

Τρένο από Prato για Bologna, άφιξη στον τεράστιο σιδηροδρομικό σταθμό της που οπωσδήποτε να έχεις χρόνο αν πρόκειται να αλλάξεις πλατφόρμα, γιατί κάποιες απέχουν μεταξύ τους, και αναχώρηση για Parma. 

Πάρμα και τυρί Parmigiano Reggiano (Παρμεζάνα) πάνε μαζί. Μάλιστα στο τρένο βρισκόταν κι ένα ζευγάρι Ελβετών που είχε κλείσει τραπέζι για γευσιγνωσία στα προϊόντα της περιοχής. Δυστυχώς τα έσοδα των Ελλήνων δεν πάνε μαζί μ' αυτά των Ελβετών. Πιο λιτά και πρόχειρα θα τρώγαμε εμείς, ωστόσο νηστικοί δε θα μέναμε, που καλό θα μας έκανε, αλλά αδυνατούμε, είμαστε οι αμαρτωλοί λαίμαργοι της κόλασης του Δάντη.  Εξάλλου συνηθίζω να λέω ότι όλους εμάς που δε μας λείπει το καλό και με καλά υλικά σπιτικό φαγητό στο σπίτι μας, δε μας συγκινούν τα γκουρμέ και τα ακριβά εστιατόρια. Γενικώς τα βαριέμαι. Εκτός από την παρμεζάνα κι για άλλα τυριά και αλλαντικά είναι γνωστή η περιοχή.

Άφιξη στο ωραίο σταθμό των τρένων της Parma κατά τις 12.00 το  μεσημέρι και η γευσιγνωσία των μνημείων και των δρόμων του ιστορικού κέντρου της πόλης ξεκίνησε. Πρώτη στάση στο Parco della Pilotta ( από το παλάτι που βρίσκεται στην πλατεία) ή Piazzale della Pace. Κεντρικό σημείο της Πάρμα, μέρα Σαββατο, γεμάτο κόσμο, κυρίως μετανάστες, σημειολογικά το λέω, γιατί επί της πλατείας και νοτιοδυτικότερα, έως και το ποτάμι της Parma, γινόταν ένα τεράστιο παζάρι. Τα πάντα βρίσκεις σ' αυτό. Το περπατήσαμε, ψάχναμε και για καπέλα, δεν είχαμε πάρει μαζί μας από την Ελλάδα, αφού η πρόβλεψη του καιρού έδειχνε βροχές από βορρά προς νότο και δυτικά και ανατολικά και μόνον νοτιότερα της Ρώμης όχι. Όμως εμάς μας ζάλιζε ο ήλιος τέσσερις μέρες μετά την άφιξη στις περιοχές που επισκεφτήκαμε και το ακατοίκητο τριχών λόγω ευφυίας τμήμα της κεφαλής του ανδρός μου είχε κοκκινίσει. Είπαμε ότι το πλάνο στο ταξίδι αυτό ήταν να πηγαίνουμε όπου δεν θα είχε βροχή με επαλήθευση του δελτίου καιρού το προηγούμενο βράδυ και το πρωί της εξόρμησης. Μέχρι την τέταρτη μέρα ο σχεδιασμός είχε πάει περίφημα. Καπέλο δεν πήραμε, δε βρήκαμε της αρεσκείας μας, αγοράσαμε όμως ένα φουλάρι για μένα, δώρο και μια μπαντάνα για τον σύζυγο, πήρα και γυαλιά ηλίου, έτσι για να έχω μια ποικιλία σε σκελετούς και χρώματα. Απορροφητικά έλεγε, είχαν και πιστοποίηση, κινέζικα όπως λέμε. Μάλιστα τα ίδια σε πάγκο μεγαλύτερης περαντζάδας τα πωλούσε προς δέκα ευρώ το τεμάχιο. Παρακάτω και πιο πίσω προς πέντε ευρώ το τεμάχιο. Δέκα ευρώ έδωσα για τα δύο. Έχω και ακριβά και επώνυμα από καταστήματα. Ο προβληματισμός είναι αν εκεί πληρώνουμε την ποιότητα ή τη φίρμα και τα έξοδα-έσοδα του καταστήματος. Μου αρέσουν τα παζάρια και οι υπαίθριες και κλειστές αγορές τροφίμων, αλλά δεν είχαμε έρθει στην πόλη γι' αυτό.

Το Palazzo della Pilotta σήμερα είναι μουσειακό συγκρότημα που περιλαμβάνει πινακοθήκη, αρχαιολογικό Μουσείο, Βιβλιοθήκη, το ξύλινο θέατρο Farnese ( το όνομα της οικογένειας δουκών που ίδρυσε το παλάτι), του 1618 και άλλους χώρους τέχνης. Την ονομασία του την πήρε από το παιχνίδι pelota (κάτι σαν χάντμπολ) που έπαιζαν οι Ισπανοί στρατιώτες στις αυλές του παλατιού. Το παλάτι άρχισε να κατασκευάζεται το 1583 και η κατασκευή του ή οι ανακατασκευές και προσθήκες συνεχίστηκαν ως τον 17ο αιώνα, αλλά και αργότερα κάθε φορά που υφίστατο ζημιές ή φθορές από πολέμους ή από τον χρόνο. Μπροστά από το παλάτι ένα πρωτότυπο συντριβάνι ή ένα πρωτότυπο δασάκι μέσα σε συντριβάνι. Δέντρα και πίδακες νερού μας πρόσφεραν τη δροσιά και τη σκιά τους για μια πρώτη ανάπαυλα και ένα σύντομο γεύμα να "ψυχοπιαστούμε" που έλεγε η γιαγιά μου πριν συνεχίσουμε την περιήγηση μας.

Στην ίδια πλατεία, δίπλα στο παλάτι Pilota και ένα ανάγλυφο έργο από γρανίτη και χαλκό αφιερωμένο στον Giuseppe Verdi. Οι μπρούντζινες πλάκες απεικονίζουν σκηνές από τις πιο διάσημες όπερες του συνθέτη και επεισόδια από τη ζωή του. Κι αυτό που υπάρχει σήμερα είναι ό,τι σώθηκε από τον βομβαρδισμό των συμμάχων το 1944. 

Ξεκολλήσαμε κάποια στιγμή από το κεντρικό αυτό σημείο της Parma και αρχικά βαδίσαμε δυτικά, πίσω από το παλάτι προς το ποτάμι Πάρμα της πόλης και παραπόταμο του Πάδου. Είναι και το πρώτο ποτάμι στην εκδρομή μας που είχε λίγο νερό με τις ποταμίσιες πέτρες έκθετες στον ήλιο. Σε όλες τις άλλες πόλεις που επισκεφτήκαμε τα ποτάμια ήταν ζωηρά και πλούσια σε ρέοντα νερά λόγω και των βροχερών ημερών. Δε βρήκαμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και κατευθυνθήκαμε ανατολικά του παλατιού Pillotta. 

Ενδιαφέροντες δρόμοι, πολλοί εμπορικοί, ωραία μνημειακά κτίρια και μια ακόμα ιστορική πλατεία της πόλης η Piazza Duomo. Ο καθεδρικός ναός της Πάρμα είναι αφιερωμένος στη Santa Maria Assunta, το ροζ από μάρμαρο της Βερόνας Βαπτιστήριο είναι οκταγωνικό, στην ίδια πλατεία, το κωδωνοστάσιο και ένα Επισκοπικό παλάτι. Τα όμορφα αυτά μνημεία χτίστηκαν μεταξύ 12ου και 13ου αιώνα και είναι γνωστά τόσο για την εξωτερική ομορφιά και τα υλικά τους όσο και για τα όμορφα και διάσημα έργα στο εσωτερικό τους, όπως η τοιχογραφία της Ανάληψης στον τρούλο του καθεδρικού ναού φιλοτεχνημένη από τον αναγεννησιακό ζωγράφο Correggio. Κοντά και ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.

Συνεχίσαμε νοτιότερα της πλατείας του Duomo περπατώντας μέσα σε όμορφους κεντρικούς δρόμους της πόλης των διακοσίων χιλιάδων περίπου κατοίκων. Γνωστό και το Πανεπιστήμιο της πόλης που λειτουργεί από τον 13ο αιώνα, από τα πιο παλιά της Ευρώπης.  Όμορφο το ιστορικό κέντρο της πόλης με όμορφα σημεία για να καθίσεις και να απολαύσεις καφέ ή φαγητό. Σε κάποια κεντρική λεωφόρο και στις στοές του Δημαρχείου της Parma, να και το σύμπλεγμα του Ηρακλή να μάχεται με τον Ανταίο κρατώντας τον στον αέρα να μην παίρνει δύναμη από τη μητέρα του, τη γη. Αντίγραφο είναι αυτό που βλέπουμε στο Δημαρχείο της Πάρμα, το αυθεντικό του 17ου αιώνα φιλοξενείται στο κέντρο της αυλής του Palazzo Cusani, το οποίο στεγάζει και το Σπίτι της Μουσικής. Οι Parmigiani στην τοπική διάλεκτο ονομάζουν το χάλκινο σύμπλεγμα " I du brase" , οι δύο αγκαλιασμένοι. Το έχω πει πολλές φορές: Ευτυχώς που οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, ακόμα και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι, οι Αμερικανοί, οι Ασιάτες τιμούν τη μυθολογία μας με έργα τέχνης. Εμείς στην Ελλάδα ουδόλως.

Κι άλλα θα μπορούσαμε να δούμε στην όμορφη Πάρμα, δρόμους, μνημεία, μουσεία, το βοτανικό κήπο, ναούς, αλλά η ώρα είχε περάσει και η Μόντενα ήταν στο πρόγραμμα της μέρας, στο δρόμο μας για τη Μπολόνια. Ήταν μια καλή ευκαιρία να την επισκεφτούμε. Εξάλλου χρειαζόμασταν ξεκούραση, έστω τη σύντομη του τρένου. Τη μέρα αυτή είχα κάνει το λάθος να αλλάξω αθλητικά παπούτσια. Είχα δύο ζεύγη μαζί μου. Κι ενώ και τα δεύτερα δεν με ενοχλούν στην καθημερινότητα, τώρα που τα περπατητά χιλιόμετρα ήταν πολλά και τα πόδια ήδη ιδιαίτερα ταλαιπωρημένα με τάραξαν, με πλήγωσαν κι αυτό έκανε το περπάτημα δύσκολο. Σαν της γοργόνας του παραμυθιού που θυσίαζε τη μιλιά για πόδια αντί ουράς κι ας πονούσε κάθε της βήμα. Εγώ βέβαια πονούσα, αλλά γλώσσα δεν έβαζα μέσα. Κατά τον σύζυγο. Προσωπικά πιστεύω ότι είμαι λιγομίλητη, για γυναίκα. Τα παπούτσια στη Μόντενα τα πάτησα στις φτέρνες και τα φορούσα ως παντόφλες. Δε γινόταν αλλιώς.

Τρένο παίρνω, τρένο αφήνω, φτάσαμε και στη Μόντενα, την πατρίδα του Luciano Pavarotti, της Ferrari, της Maserati και άλλων αυτοκινητοβιομηχανιών στην περιοχή γύρω από την πόλη. Είναι και η πατρίδα του ξιδιού balsamico. 

Βγαίνοντας από το σταθμό, παντοφλάτα είπαμε, το πρώτο που είδαμε ήταν μια ποδηλατοπομπή γονέων και μικρών παιδιών για την στήριξη του ποδηλάτου και της μετακίνησης με αυτό το μέσο. Κάποιες μέρες αργότερα, τον ίδιο μήνα, όταν ένας ψυχοπαθής - γιατί τι άλλο; - παρέσυρε με το αυτοκίνητο του πεζούς στη μικρή και ήσυχη αυτή πόλη, τους σκέφτηκα, κι εμάς επίσης. Ο καθένας μας κινδυνεύει, αλλά δε μπορείς να ζεις με το φόβο τις απλές καθημερινές στιγμές της ζωής σου. 

Δρόμους πήραμε, δρόμους αφήσαμε, είδαμε κάποια πράγματα κι εδώ. Η πόλη είναι και φοιτητούπολη και πόλη φοίτησης ευέλπιδων. Είδαμε πολλούς, νεαρά αγόρια και κορίτσια, να κυκλοφορούν καμαρωτά με τις στολές τους. 

Περνώντας απέναντι από το σταθμό συναντήσαμε τη Manifattura Tabacchi di Modena, ένα ιστορικό ανακαινισμένο βιομηχανικό συγκρότημα με μια χαρακτηριστική ψηλή καμινάδα από τούβλα που  σήμερα χρησιμοποιείται ως χώρος για εκθέσεις τέχνης και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Εντύπωση μας έκανε το μέγεθος των παλιών ιστορικών κτιρίων, χωρίς υπερβολή κάποια καταλαμβάνουν χώρο πολύ μεγάλων σε έκταση οικοδομικών τετραγώνων. Δεν περίμενα να δω τέτοια μεγέθη σε μια μικρή πόλη όπως αυτή. 

Piazza Grande, το κέντρο της πόλης με τον καθεδρικό ναό, τον πύργο Ghirlandina με ύψος περίπου 90 μέτρα, το Δημαρχείο, την Pietra Ringadora, μια μεγάλη, ιστορική ορθογώνια πέτρα στην πλατεία, η οποία κατά τον Μεσαίωνα χρησιμοποιούνταν ως βήμα για ρήτορες, αλλά και για την αναγνώριση πτωμάτων ή την τιμωρία των οφειλετών. 

Παρέκει η Piazza Roma με το παλάτι Ducale, ένα από τα πιο εντυπωσιακά μπαρόκ ανάκτορα της Ευρώπης, της οικογένειας και δυναστείας Έστε.  Σήμερα στεγάζει τη Στρατιωτική Ακαδημία της Μόντενα, γι' αυτό και οι πολλοί Ευέλπιδες. 

Πιο ανατολικά το θέατρο της Μόντενα και το άγαλμα του Luciano Pavarotti. 

Πιο πάνω ένας ωραίος κήπος για παιδιά, γονείς, ηλικιωμένους, για ανθρώπους και προς αναψυχήν. Στο μεγάλο κήπο ένας περιορισμένος χώρος προορίζεται για τα δεσποζόμενα σκυλιά και τους κατόχους τους, περιποιημένος κι αυτός με κατασκευές για τα ζωντανά. Στον Δημοτικό κήπο Κοζάνης συμβαίνει το αντίθετο, όλος ο κήπος προορίζεται για σκυλιά δεσποζόμενα και κυρίως αδέσποτα κι ένας μικρός χώρος είναι η παιδική χαρά που δεν προστατεύεται με κάποιο είδος περίφραξης. Δηλαδή Μπάτε σκύλοι αλέστε, στο Δημοτικό κήπο και παντού και γενικώς. 

Κι άλλα θα μπορούσαμε να δούμε, αλλά τα πόδια μας δεν πήγαιναν πλέον, είχαμε και ταξίδι με τρένα μπροστά μας.  Αργά το βράδυ θα φτάναμε στο Prato. Δύο καρπούζια σε μια μασχάλη δε χωράνε, το ίδιο και δύο ιστορικές πόλεις. Όμως δεν είδαμε και λίγα. 

Κουράγιο κάναμε για να επιστρέψουμε στο σταθμό της Μόντενα κι ας ήταν κοντά. Τα πόδια πια πονούσαν και καθήμενα, ήταν πληγωμένα, αλλά οπωσδήποτε καλύτερα. 

Modena- Bologna, εκεί αλλαγή πλατφόρμας μακριά από το σημείο που σταματήσαμε - τουλάχιστον πλέον γνωρίζαμε τα κατατόπια - Bologna - Firenze Rifredi, Firenze Rifredi -Prato. 

Ανακούφιση νιώσαμε όταν φτάσαμε στην πόλη διαμονής, πήγαμε και στο σούπερ μάρκετ, έπρεπε.

Τι θα γινόταν με τα πόδια μου την επόμενη μέρα; Αυτός ήταν ο προβληματισμός. Επίσης την επομένη θα έβρεχε παντού και σε μεγάλη ακτίνα. Μακαρίσαμε ωστόσο την τύχη μας που παρά τις προβλέψεις για τέσσερις πρώτες μέρες του ταξιδιού,  όχι μόνο δε βραχήκαμε, αλλά συναντήσαμε καλοκαιρία. 

Ύπνος κατά τις έντεκα το βράδυ, αργά για μας στα ταξίδια, και τα υπόλοιπα σπουδαία ας περίμεναν να ξεκουραστούμε λίγο. Θα ξεκινούσαμε αργότερα. Το πλάνο ήταν έτοιμο. Μιας μέρας βροχή θα την αντέχαμε στο ταξίδι μας.




05 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο εκδρομής στην Τοσκάνη και Λιγυρία. 3η μέρα, 8 Μαΐου 2026. Viareggio, La Spezia, Cinque Terre ( Riomaggiore, Manarola, Corniglia, Vernazza, Monterosso al mare) και Levanto

Πρωινό ξύπνημα καθώς τα χιλιόμετρα και οι τόποι επίσκεψης ήταν περισσότεροι τη μέρα αυτή. Στην αρχή είπαμε να επισκεφτούμε την περιοχή των Cinque Terre σε δύο μέρες. Όμως το κόστος για το πήγαινε έλα από το Prato, στάθηκε αποτρεπτικό για το συγκεκριμένο σχεδιασμό κι αποφασίσαμε η επίσκεψη να διαρκέσει μια μέρα κι όσα προλάβουμε να δούμε. Και τα καταφέραμε περίφημα! Πρωινό τρένο, λοιπόν, από Prato για Viareggio. Ξεκινήσαμε στις 8.30 π.μ. και φτάσαμε στις 10.10 π.μ. Εκεί υπήρχε αναμονή μιάμισης ώρας περίπου πριν πάρουμε το τρένο για την πόλη La Spezia, αφετηρία των διαδρομών για τα χωριά Cinque Terre και για βορειοδυτικότερες περιοχές.

Ευκαιρία για μια σύντομη γνωριμία με την ωραία ρυμοτομημένη παραθαλάσσια πόλη, επίνειο αρχικά της Λούκκα. Από το σταθμό των τρένων όλοι οι κάθετοι δρόμοι οδηγούν στη θάλασσα της Λιγυρίας. Έναν τέτοιο κεντρικό δρόμο πήραμε κι εμείς και φτάσαμε στη θάλασσα. Εδώ δεν υπάρχει μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό ιστορικό κέντρο. Τα εξοχικά και τις πολυτελείς κατοικίες τους έχτισαν στη θαλάσσια περιοχή κάποιοι και στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια πιο σύγχρονη πόλη. 

Η φαρδιά (θυμίζει ωκεάνια) αμμώδης παραλία με θέα τις Άλπεις είναι πολλών χιλιομέτρων και οργανωμένη με πλήθος ομπρέλες και ξαπλώστρες, ξένο για μας το σκηνικό ή καλύτερα μη θελκτικό και οπωσδήποτε κάτι που αποφεύγουμε αν μιλάμε για καλοκαιρινές διακοπές και θάλασσα στη χώρα μας ή αλλού. Στον παραλιακό πεζόδρομο πολλά εστιατόρια, καφέ, τουριστικά καταστήματα, κλειστά εκείνη την ώρα. Σε κάποια γίνονταν εργασίες για την καλοκαιρινή σεζόν που βρίσκεται προ των πυλών. Κάποια αριστοκρατικά κτίρια, αλλά και πολυκατοικίες και άχρωμα ή κακόγουστα οικοδομήματα δείχνουν ότι η πόλη δε διατήρησε συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό ρυθμό και αισθητική. Την ώρα που περπατήσαμε στην Passeggiata του Viareggio, λίγοι έκαναν τον πρωινό τους περίπατο. Συνταξιούχοι με τις σακούλες των φαρμακείων ανά χείρας, πρωινοί ηλικιωμένοι τουρίστες, κάποιοι ποδηλάτες. Εκτός από παραθαλάσσιο θέρετρο η πόλη είναι γνωστή και για το καρναβάλι της. Σε κάποιο σημείο στον παραλιακό δρόμο είδαμε και το γλυπτό ενός κοκκινόμαυρου πιερότου. Πιο πέρα στις εκβολές ενός ποταμού- καναλιού  (λέγεται Burlamacca και ενώνει τη λίμνη Massaciuccoli με τη θάλασσα) απολαύσαμε τα πεζοδρομημένα γεφυράκια του. Φωτογραφικό και το σκηνικό με τις αραγμένες βαρκούλες να προστατεύονται στα απάνεμα νερά του. Στην επιστροφή προς το σταθμό από άλλους δρόμους βρήκαμε ωραιότατο φούρνο για ωραιότατες και νοστιμότατες προμήθειες. 

Συνεχίσαμε το ταξίδι μας με τρένο προς τη La Spezia, στην περιοχή της Λιγυρίας πλέον. Στο σταθμό της πόλης ήδη γινόταν ο κακός χαμός από τουρίστες. Κόψαμε εισιτήρια μετ' επιστροφής από La Spezia προς Levanto και αντίστροφα με δυνατότητα στάσεων σε όλα τα χωριά των Cinque Terre, αξίας πενηνταπέντε ευρώ για τους δυο μας.  

Και η περιήγηση στα διάσημα χωριά ξεκίνησε. Όμως είχαμε πληρώσει εισιτήριο για διαδρομή μέχρι το Levanto. Δε χανόταν αυτό. Κι από κει ξεκινήσαμε.  Από τον βορειότερο προς τον νοτιότερο προορισμό. 

Το Levanto όμορφο, αριστοκρατικό, καταπράσινο με λιγότερη κίνηση από τα χωριά Cinque Terre. Όμορφα και στην παραλία του.  Λιγότερο τουριστικό από τα άλλα χωριά που θα επισκεπτόμασταν στη συνέχεια. Μεγάλο πλεονέκτημα. Αν ήθελα να παραθερίσω στην περιοχή, ίσως να το διάλεγα.

Σε τρένο ανεβήκαμε και πάλι από τρένο κατεβήκαμε και φτάσαμε στο Monterosso al Mare. Μεγαλύτερο από τα άλλα χωριά,  με πιο προσβάσιμες παραλίες όπου κολυμπούσαν οι επισκέπτες του, πολύχρωμο, πολύβουο, ακριβό όπως όλα. Ωραία τοπία, πλήθος τουριστικών επιχειρήσεων, επισκέψιμοι όμορφοι μικροί ναοί, στενάκια γραφικά, λουλούδια. Το περπατήσαμε, το φωτογραφίσαμε, οπότε επιστροφή στο σταθμό 

Τα πέντε χωριά, Monterosso, Vernazza, Corniglia, Manarola και Riomaggiore συνδέθηκαν με το σιδηρόδρομο το 1874, όταν εγκαινιάστηκε η ιστορική ακτογραμμή Sestri Levante - La Spezia. Η κατασκευή της γραμμής υπήρξε ένα τεράστιο τεχνικό επίτευγμα για την εποχή της. Για τα μόλις 44 χιλιόμετρα της διαδρομής, χρειάστηκε να κατασκευαστούν 51 σήραγγες και 23 γέφυρες, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής να περνάει μέσα από τα βράχια.Η αρχική γραμμή ήταν μονής τροχιάς. Η διπλή γραμμή που εξυπηρετεί τις σύγχρονες ανάγκες ολοκληρώθηκε σταδιακά περίπου έναν αιώνα μετά, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σήμερα το τρένο παραμένει ο βασικός και πιο δημοφιλής τρόπος μετακίνησης μεταξύ των χωριών. Οργανώνονται και ημερήσιες κρουαζιέρες για τα χωριά και όσους προτιμούν να τα προσεγγίσουν από τη θάλασσα. 

Βέβαια υπάρχει κι άλλος τρόπος να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο. Ο πιο μαγικός και απολαυστικός είναι ο πεζοπορικός, αν μπορείς να αφιερώσεις στην περιοχή κάποιες μέρες. Το Γαλάζιο Μονοπάτι (Sentiero Azzurro) ενώνει τα πέντε χωριά. Θέα στο πέλαγος, στα βουνά, στις καλλιέργειες στις πεζούλες της περιοχής, ιδιαίτερα εντυπωσιακές για το συνολικό μήκος τους (7.000 χιλιόμετρα) και το αξιοθαύμαστο της ήπιας παρέμβασης του ανθρώπου στη φύση προκειμένου να εξασφαλίσει καλλιέργειες σε δύσκολα εδάφη, απόκρημνες πλαγιές, χτίζοντας ξερολιθιές χιλιομέτρων για να συγκρατούν το χώμα από τις έντονες βροχοπτώσεις. Τα αμπέλια είναι η κύρια καλλιέργεια στις αναβαθμίδες αυτές. Ονομάζεται ηρωική αμπελουργία λόγω των δυσκολιών.

Εμείς που μετακινούμασταν με τρένο από χωριό σε χωριό, μέσα από τις σκοτεινές σήραγγες στα σκαμμένα βουνά, μερικώς και ολίγον απολαύσαμε το θέαμα αυτό, κυρίως από το χωριό Corniglia.

Μετά το Portomaggiore al Mare, σειρά είχε το χωριό Vernazza. Το σκηνικό λίγο πολύ επαναλαμβάνεται, πολύβουοι και κατάμεστοι σταθμοί τρένων, κατηφοριές, ανηφοριές και πεζοσήραγγες για το πήγαινε έλα στα χωριά που είναι πολυσύχναστα, Μάιο μήνα - σκεφτείτε το καλοκαίρι - πολύχρωμα, γραφικά. Μοιάζουν ωστόσο μεταξύ τους, με αποτέλεσμά όταν φτάνεις στα τελευταία από αυτά να βλέπεις εικόνες σε επανάληψη.

Όμορφο και το παλιό αυτό ψαροχώρι και τώρα υπερτουριστικός προορισμός με το φυσικό λιμάνι του, τις μικρές παραλίες του, όπου ήδη τουρίστες κολυμπούσαν, τις βαρκούλες του να διακοσμούν με χρώματα τα λιμανάκια του. Σε πολλά μαγαζάκια σερβίρουν μια ποικιλία θαλασσινών και ψιλών ψαριών μέσα σε χάρτινα χωνάκια. Ανάλογα με το μέγεθος και η τιμή. Ξεκινούν από τα 12 ευρώ και ανεβαίνουν στην τιμή. Πεινούσαμε, φάγαμε μια τέτοια ποικιλία στη Vernazza, πήραμε τις ανάσες μας και συνεχίσαμε για Corniglia. 

Όλα τα χωριά μου άρεσαν για περιηγητικές βολτίτσες. Δεν θα τα επέλεγα ωστόσο για τα μπάνια μου στη θάλασσα. Νομίζω ότι σ' αυτό η Ελλάδα υπερτερεί, στις θάλασσες της, στα μικρά κυρίως νησιά της, πολλά απ' αυτά ιδιαίτερα γραφικά και ατμοσφαιρικά, αλλά και σε πολλά παραθαλάσσια μέρη στην ηπειρωτική χώρα. Σε μας το πρόβλημα είναι η παρέμβαση των αρχών για την ανάπτυξη τους. Είναι πάντα καταστροφική.

Τρένο παίρνω, τρένο αφήνω, φτάσαμε και στην Corniglia. Διαφέρει από τα υπόλοιπα χωριά, γιατί το παλιό ψαροχώρι και νυν τουριστικός προορισμός, όπως όλα, δε βρίσκεται στο ίδιο ή περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα ή το σταθμό του τρένου, αλλά πολύ πιο ψηλά σε ένα ακρωτήρι 100 μέτρα πιο ψηλά. Για να φτάσεις στο χωριό ή θα ανέβεις τη Λαρνταρίνα, τη σκάλα με τα 383 σκαλοπάτια, ή θα περιμένεις το μικρό λεωφορείο πάνω από το σταθμό του τρένου να σε ανεβάσει. Η τιμή του περιλαμβάνεται στο εισιτήριο του τρένου. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να περιμένεις στην ουρά αρκετή ώρα καθώς υπάρχουν ορδές τουριστών στα χωριά το καλοκαίρι. Με το λεωφορείο ανεβήκαμε, τυχεροί σταθήκαμε, δεν περιμέναμε πολύ στο ανέβασμα, στο κατέβασμα όμως περιμέναμε να μπούμε με τη δεύτερη φουρνιά. Κούραση που επιτείνονταν από τη ζέστη λόγω ώρας, προχωρημένο μεσημέρι. Όμως η Corniglia είναι όμορφη, σε αποζημιώνει. Τα πολλά σπίτια εδώ έχουν το αυστηρό χρώμα της πέτρας. Ο κεντρικός δρόμος του χωριού των 150 περίπου κατοίκων είναι στενός, στο τέλος του η θέα προς το πέλαγος είναι απολαυστική. Το απέραντο γαλάζιο. Από την Corniglia κυρίως είδαμε και τις περίφημες αναβαθμίδες με τα αμπέλια των χωριών αυτών.

Επόμενος σταθμός η Manarola και το Riomaggiore, πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Βλέπαμε πλέον τα ίδια πράγματα σε παραλλαγές, οπότε οι βολτίτσες μας σ' αυτά ήταν πιο σύντομες. Τα πάμε κι από δω κι από κει περιορίστηκαν, τα πόδια διαμαρτύρονταν. 

Μετά επιστροφή στη La Spezia και τρένο ταχείας κυκλοφορίας που είχε προορισμό το Reggio Calabria, το Ρήγιο, στο νότο, αλλά έκανε στάση στο Viareggio.

Πού να γείρω το κορμί μου μετά από μια τέτοια μέρα; Αρχικά στο τρένο, με την ελπίδα όσο πιο σύντομα γίνεται και στο κρεβάτι. Είχε ήδη νυχτώσει όταν φτάσαμε στο Viareggio. Κι από κει Prato κι από κει μετρώντας σχεδόν τα βήματα μας στο σπίτι μας. Βρήκαμε το κουράγια για τα βασικά και ξεραθήκαμε, πρώτη φορά "ξενυχτώντας" ως τις 23.00 μ.μ. περίπου. Τα σχέδια για την επόμενη μέρα ήταν έτοιμα και οι προορισμοί μας περίμεναν. Θα ξεκινούσαμε κάπως αργότερα, να πλυθούμε, να πιούμε πιο απολαυστικά τον πρωινό καφέ μας.



04 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο εκδρομής στην Τοσκάνη, 2η μέρα, 7 Μαΐου 2026. Μονοήμερη στην Πίζα και στο Σαν Τζιμινινιάνο.

 Χορτασμένοι ύπνο (είχαμε κοιμηθεί από τις 21.00 μ.μ. της προηγούμενης μέρας) ξυπνήσαμε πρωί πρωί - είχαμε αφήσει μισόκλειστο το ένα παντζούρι να μπει το φως της μέρας που σε ξυπνάει με φιλί, όχι με τον μπάτσο του ξυπνητηριού - για να πλυθούμε να ξεβρωμίσουμε από θέσεις και καθίσματα σε αεροπλάνα, σε όλα τα μέσα , πλην βαποριών, και τον ιδρώτα του μόχθου των περιηγητών (έτσι νιώθουμε) που προσπαθούν να γευτούν τους χυμούς των όμορφων πόλεων σε λίγες γουλιές, μερικές ώρες.

Χορτασμένοι από πρωινό δεν ήμασταν ιδιαίτερα, δεν είχαμε κουράγιο την προηγούμενη για σούπερ μάρκετ, αν και κοντά στο σπίτι μας, όμως κάτι φάγαμε από τον ντορβά μας, αυτόν από την Κοζάνη, ξηροκάρπια, μπισκότα ... για τον καφέ είχε φροντίσει η σπιτονοικοκυρά μας, να έχουμε. 

Γύρω στις 9.00 π.μ. είχαμε ξεκινήσει για Πίζα μέσω Λούκκα, ένα δίωρο περίπου ταξίδι με το τρένο. Κίνηση πολύ το πρωί στους σταθμούς, και πολλοί μαθητές με τους καθηγητές τους. Απολαυστικό το ταξίδι με τα τρένα στην Ιταλία, κύριο μέσο μετακίνησης των ανθρώπων, στην ώρα τους (ελάχιστες καθυστερήσεις λίγων λεπτών στις πολλές επισκέψεις μας στη χώρα), καθαρά, νιώθεις να μη χάνεις την αξιοπρέπεια σου είτε στους σταθμούς είτε στο μέσο. Αρκετές οι στάσεις,  Πιστόια, Μοντεκατίνι, Λούκκα, Πίζα οι στάσεις σε πόλεις, αλλά και κάποιες σε μικρότερες πόλεις -χωριά. Καταπράσινα τοπία, ποτάμια, γεμάτες οι αποβάθρες με τουρίστες. Στο Μοντεκατίνι πολλοί οι ηλικιωμένοι τουρίστες, μάλλον για τα θερμά ιαματικά λουτρά. Γύρω από το Μοντεκατίνι πολλά φυτώρια καλλωπιστικών δενδρυλλίων σε έκταση χιλιομέτρων. Εντύπωση μας έκαναν και οι δυόροφες αποθήκες για γεωργικά προϊόντα με τα διάτρητα τούβλα, κυρίως στο δεύτερο όροφο προκειμένου αυτά να αερίζονται. 

Και φτάσαμε. Ε, να μη βγούμε κι εμείς τις γνωστές φωτογραφίες στον κεκλιμένο Πύργο της Πίζα, να βάλουμε κι εμείς το χεράκι μας να τον στηρίξουμε; Είχαμε όμως να δούμε πολλά σοκάκια στην πόλη πριν φτάσουμε στην πλατεία των θαυμάτων. Ο καιρός καλοκαιρινός, τα πανωφόρια χρειάζονταν μόνο το πρωί, την υπόλοιπη μέρα τζάμπα τα κουβαλούσαμε. 

Αν η λέξη Πίζα είναι ετρουσκικής προέλευσης, τότε δηλώνει την πόλη που είναι χτισμένη στις εκβολές του ποταμού (Άρνος το ποτάμι), αν το όνομα της πόλης είναι αρχαίας ελληνικής προέλευσης και με βάση τη μαρτυρία του Βιργιλίου ότι στην περιοχή υπήρχε αποικία Πελοποννησίων από την Πίσα της Ήλιδας, τότε το τοπωνύμιο Πίσα σχετίζεται με τα βαλτώδη, ελώδη εδάφη της περιοχής.

Όμως στο μεταξύ βγήκαμε από το σταθμό. Εμπρός λοιπόν καλά μας πόδια, η Πίζα περίμενε να την εξερευνήσουμε. Πρώτη εικόνα και στην απέναντι από τον σταθμό πλατεία - πάρκο η ρόδα της Πίζας. Συνηθίζεται, το προσπεράσαμε. Στην πλατεία και το άγαλμα του Vittorio Emanuele  (φέρει η πλατεία το όνομα του), του πρώτου βασιλιά της ενωμένης Ιταλίας. 

Και δρόμους παίρναμε, δρόμους αφήναμε, κεντρικούς με ωραία παλιά κτίρια αιώνων που φωτογραφίζαμε, κυρίως εγώ, με τα φθηνά κινητά μας εις ανάμνησιν και ως υλικό για τα κοινωνικά δίκτυα, στα δίχτυα των οποίων έχω μπλέξει εδώ και χρόνια, δυστυχώς.

Να αναφέρεις τη χρήση όλων των αιωνόβιων αυτών κτιρίων είναι αδύνατο. Κάποια χρησιμοποιούνται ως δημόσια κτίρια, κάποια κατοικούνται ακόμα, κάποια στο ισόγειο τους φιλοξενούν καταστήματα επώνυμων ή μη προϊόντων, άλλα είναι καφέ, εστιατόρια, καταστήματα με τρόφιμα, μικρές επιχειρήσεις μεταναστών κυρίως, καταστήματα με αναμνηστικά, χώροι τέχνης ... όπως και ο ισόγειος ανοιχτός χώρος στο κτίριο Logge dei Banchi, ένα ιστορικό κτίριο με καμάρες που χρονολογείται από τις αρχές του 17ου αιώνα. Το κτίριο σχεδιάστηκε αρχικά ως αγορά μαλλιού και μεταξιού. Σήμερα, η περιοχή κάτω από τις καμάρες χρησιμοποιείται συχνά για εκθέσεις και εκδηλώσεις. Εμείς πετύχαμε παζάρι αντικών, έργων ζωγραφικής και γλυπτικής. 

Και μετά το κτίριο αυτό, να και η πρώτη γέφυρα που συναντήσαμε (Ponte di Mezzo), πάνω από τον Άρνο που διασχίζει την πόλη. 

Ακριβώς απέναντι από το πλατύ καφετί ποτάμι η Piazza Giuseppe Garibaldi με το αντίστοιχο άγαλμα και τα όμορφα κτίρια της, όπως όμορφα είναι και κατά μήκος του ποταμού. Απ' εδώ και πέρα η τουριστική κίνηση στην πόλη της Πίζα πυκνώνει. Πλησιάζουμε ολοένα και περισσότερο στην πλατεία των θαυμάτων και τα πλέον γνωστά αξιοθέατα της πόλης. 

Μέσω του εμπορικού δρόμου Borgo Stretto συναντάς άλλες πλατείες και βέβαια αξιοθέατα να χορταίνει το μάτι ομορφιά και ιστορία. Βαδίζεις σε χιλιοπεροπατημένους μέσα στους αιώνες δρόμους, καμάρες, στοές, ανοίγματα ή στενάκια, συναντάς εκκλησίες παλιές και οικοδομήματα όπου άνθρωποι άλλων εποχών άφησαν τα δικά τους αποτυπώματα ή περπάτησαν τόσο ταπεινά και αβέβαια που τίποτα πια δεν τους θυμίζει. Να και το άγαλμα του αστρονόμου Galileo Galilei στην πλατεία Largo Ciro Menotti (κοντά στο Borgo Strettο) σε σημείο που εικάζεται ότι βρισκόταν το σπίτι της μητρικής του οικογένειας.

Αλλά πεινάσαμε και σε μια άλλη όμορφη πλατεία, μάλλον φοιτητοπλατεία,  αναζητήσαμε μαγαζί να φάμε και να αναπαυθούμε για λίγο, χαζεύοντας τα νιάτα και ικανοποιημένοι που τουλάχιστον σε περπατητά χιλιόμετρα νεανίζουμε. Είχαμε ακόμα πολλά να δούμε. Στα τραπεζάκια ενός μαγαζιού όπου ο κόσμος σχημάτιζε ουρά (οπότε καλό θα είναι) απολαύσαμε πρωινομεσημεριανό φαγητό, της περιοχής εδέσματα, κάτω από τον ίσκιο ομπρέλας, γιατί η μέρα ήταν ζεστή και φωτεινή. Αγορά νερού και περιηγητική συνέχεια ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα.  

Γιατί ακολούθησε η Piazza dei Cavalieri ( η πλατεία των Ιπποτών) ή πλατεία των επτά δρόμων τον μεσαίωνα, η πιο διάσημη μετά τον χώρο του κεκλιμένου Πύργου,  όπου τι να πρωτοθαυμάσεις! Στη μεσαιωνική εποχή αποτελούσε το πολιτικό κέντρο της πόλης, ενώ τον 16ο αιώνα μετατράπηκε σε έδρα του θρησκευτικού και στρατιωτικού Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Στεφάνου με σκοπό την προστασία της περιοχής από Οθωμανικές και άλλες πειρατικές επιθέσεις στις θαλάσσιες περιοχές της Τυρρηνικής  θάλασσας και την υπεράσπιση της καθολικής πίστης γενικότερα.

Σήμερα είναι ένας ζωντανός φοιτητικός και πολιτιστικός κόμβος.  Εκεί βρίσκεται το Palazzo della Carovana (γνωστό και ως Palazzo dei Cavalieri) με την εντυπωσιακή του πρόσοψη που είναι διακοσμημένη με την τεχνική sgraffiti (χαραγμένα σχέδια). Από το 1846 στεγάζει την κεντρική έδρα της Scuola Normale Superiore di Pisa, ενός από τα πιο διάσημα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ιταλίας. Εκεί και το Palazzo dell' Orologιο που κάποτε χρησίμευε ως νοσοκομείο και φυλακή του τάγματος, η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου,  το άγαλμα ενός των Μεδίκων και ιδρυτή του τάγματος, του Cosimo, κι άλλα παλιά  παλάτια που σήμερα στεγάζουν πνευματικά ή άλλα ιδρύματα και χώρους τέχνης. 

Σε έναν από τους δρόμους που οδηγούν στην ιστορική αυτή πλατεία υπάρχει και το άγαλμα του μαθηματικού Ulisse Dini που δίδαξε στο πανεπιστημιακό ίδρυμα της πλατείας. 

Στην ίδια πλατεία και ο Πύργος του Fibonacci. Το γλυπτό έχει ύψος 13 μέτρα και αποτελείται από 12 κύβους που είναι διατεταγμένοι σύμφωνα με την ακολουθία Fibonacci, όπου κάθε αριθμός είναι το άθροισμα των δύο προηγούμενων. Στην κορυφή του πύργου, μια ανθρώπινη φιγούρα κάθεται και κοιτάζει τον ορίζοντα. 

Ενθουσιασμένοι με όσα είδαμε στην πλατεία των Ιπποτών, αλλά και όπου περπατήσαμε στην Πίζα, προχωρήσαμε προς τον τελικό προορισμό μας, στην πλατεία των θαυμάτων. Παραφράζοντας, όλοι οι τουρίστες οδηγούν εκεί. Και πράγματι αντικρίσαμε μια λαοθάλασσα τουριστών στο χώρο.  Δικαίως η πλατεία φέρει την ονομασία αυτή, είναι θαυμαστή για τα ανθρώπινα έργα που μοιάζουν θεϊκά! Το Duomo της Πίζα, αφιερωμένο στην Παναγία,  το Βαπτιστήριο (di San Giovanni), ο κεκλιμένος Πύργος, το κοιμητήριο, ένα περιτοιχισμένο ιστορικό νεκροταφείο με εντυπωσιακές στοές και νωπογραφίες, ένα παλιό νοσοκομείο κ.α. όλα υψηλής τέχνης με επιρροές από τεχνοτροπίες της εποχής που κατασκευάστηκαν (ρομανική, γοτθική, βυζαντινή,ισλαμική...) ανάμεσα στους 11ο και 14ο αιώνες, με υλικά πολύτιμα, μάρμαρα και άλλα πετρώματα. Πόσοι πρωτομάστορες, μηχανικοί, τεχνίτες, καλλιτέχνες, μικρά μαστορόπουλα δούλεψαν σ' αυτά; Ο Φόλετ στους " Στυλοβάτες της γης " αφηγείται τέτοιες ιστορίες που έχουν αγώνα, πίκρες, απογοητεύσεις, χαρές, φιλοδοξίες. Χρειάστηκαν πολλοί στυλοβάτες της γης για να καμαρώνει για τέτοια έργα. Μοναδικός ο χώρος, εξαιρετικός, αξιοθαύμαστος να κάθεσαι να θαυμάζεις τα μνημεία όπως τη φύση, τα λουλούδια την άνοιξη και να αγάλλεται η ψυχή σου από την ομορφιά. 

Στο γρασίδι και στα πλακόστρωτα ανάμεσα στα μνημεία όλες οι φυλές της γης φωτογραφίζονται, κυρίως με φόντο τον Πύργο. Τον στηρίζουν, τον σπρώχνουν, αλλά επιμένει να παραμείνει κεκλιμένος. Δε φανήκαμε πιο σοβαροί, έστω λόγω της ηλικίας μας. Όχι. Με κεφαλιά, με τη μύτη με τα χέρια, με το δάχτυλο, εφαπτόμενα, πιο άστοχα φωτογραφικά από κάποια απόσταση, πιο δυνατά ή πιο απαλά τον στηρίξαμε κι εμείς. 

Στο λιβάδι ή αυλή των θαυμάτων συναντήσαμε και τον Μοχάμεντ. Η τεχνική του, να πλησιάζει το χέρι του δίπλα στο δικό σου και να σου λέει " black and white ". Συγχρόνως με ταχύτητα ταχυδακτυλουργική σου περνάει ένα βραχιολάκι στο χέρι. " Baccara" του απάντησα στο "black and white", αλλά είναι νέο παιδί και δεν τις γνωρίζει. Ήταν ένα γυναικείο μουσικό συγκρότημα, ένα ντουέτο για την ακρίβεια που ντύνονταν σε άσπρο μαύρο.  " Where do you come from;" Ήταν η δεύτερη ερώτηση. Δεν σε αφήνουν εύκολα. Να πουλήσουν θέλουν, να επιβιώσουν θέλουν. Έχει πολλούς τέτοιους μικροπωλητές από την Αφρική στα όρια της πλατείας των θαυμάτων. Θαύμα και που εξαπλώθηκαν σ' αυτό το βαθμό στην Ευρώπη, όσοι απ' αυτούς δεν πνίγηκαν στα σαπιοκάραβα των διακινητών. Ο Μοχάμεντ κατάγεται από τη Σενεγάλη, είχε έρθει ο πατέρας του πριν χρόνια στην Ελλάδα και παραμένει εκεί δουλεύοντας στην Αλεξανδρούπολη. Σαν άκουσε ότι είμαστε Έλληνες, θέλησε να μας κάνει δώρο το βραχιολάκι και επέμενε. Δεν το δεχτήκαμε επ' ουδενί. Αμαρτία. Η Ελλάδα, οι πολιτικοί της και οι πολλοί εξαγορασμένοι πολίτες της δε διώχνουν μόνο τα δικά μας παιδιά, αλλά και τα παιδιά των μεταναστών. Ο Μοχάμεντ βρέθηκε σεζόν στην Πίζα να πουλάει παράνομα βραχιολάκια και άλλα μπιχλιμπίδια. Φοροδιαφεύγει και δουλεύει χωρίς άδεια λένε αυτοί που κατεξοχήν φοροδιαφεύγουν κι οι πολιτικοί μας, λέμε τώρα, που έχουν καταστρέψει τον τόπο. Όλα τα ήξερε για την κατάσταση στην Ελλάδα ο Μοχάμεντ. Μας λυπήθηκε που είμαστε πολίτες αυτής της χώρας, τον λυπηθήκαμε κι εμείς για τον δύσκολο αγώνα ζωής που δίνει, τον χαρήκαμε επίσης γιατί το χαμόγελο δεν έσβησε από το πρόσωπο του κι ας περνάει δύσκολα. Συμπάσχοντες σαν αδέλφια νιώσαμε, τυραγνισμένοι από τους ίδιους τυχάρπαστους απατεώνες.

Και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής προς το σταθμό. Από άλλους δρόμους της πόλης να δούμε όσα περισσότερα γινόταν. Από άλλη γέφυρα του ποταμού περάσαμε, άλλα σοκάκια για να επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο απ' όπου ξεκινήσαμε κατάκοποι. Στο δρόμο όλο και λέγαμε να καθίσουμε κάπου να βρέξουμε τα λαρύγγια μας με κάτι, νερό, χυμό, καφέ ή μήπως παγωτό; Αλλά το ένα δε μας άρεσε, το άλλο μας βρωμούσε, στο άλλο δεν ήμασταν συντονισμένοι, εγώ μένοντας πίσω να φωτογραφίζω συνεχώς, ο συμβίος μπροστά τσαντισμένος από την κούραση και την αχορτασιά μου να δω κι αυτό και το άλλο. Με τα πολλά φτάσαμε στο σταθμό, αγοράσαμε από κάποιο μίνι μάρκετ νερό και πήγαμε στα εκδοτήρια. Ωραία η Πίζα, αξίζει την επίσκεψη αν βρεθείς στην περιοχή. Σειρά μέσα στην ίδια μέρα είχε το μεσαιωνικό San Gimignano.

Εισιτήρια για Emboli, αλλαγή τρένου εκεί και τελικός προορισμός με το τρένο το Poggibonsi. Τρένο στο San Gimignano δεν πάει, είναι επί του λόφου. Από Poggibonsi θα έπρεπε να συνεχίσουμε με λεωφορείο προς τα εκεί. Μέσω κινητών είχαμε υπό έλεγχο την κατάσταση.

Μολονότι ο Χριστός σταμάτησε στο Emboli, εμείς συνεχίσαμε νοτιότερα, γιατί οι εποχές άλλαξαν. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του γιατρού και συγγραφέα Κάρλο Λέβι αναφέρεται στην εποχή που ο ίδιος ως αντιφρονούντας εξορίστηκε το 1935 από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι σε ένα απομονωμένο χωριό του ιταλικού Νότου, το Αλιάνο. Οι ντόπιοι έλεγαν τη φράση αυτή για να δείξουν την άγρια απομόνωση και την πλήρη εγκατάλειψή τους. Για αυτούς, ο πολιτισμός, το κράτος και ο ίδιος ο Χριστός "σταμάτησαν" στο Έμπολι. Πέρα από εκεί, ο κόσμος ζούσε ξεχασμένος στον χρόνο, μέσα στη βαθιά φτώχεια και τον μεσαιωνικό αναλφαβητισμό. Το βιβλίο γυρίστηκε και ταινία.

Σταματήσαμε κι εμείς στο σταθμό του Emboli, για την πόλη δεν μας περίσσευε χρόνος, αλλάξαμε πλατφόρμα και τρένο και ξεκινήσαμε για το Poggibonsi, που συνεχώς ξεχνούσα το όνομα του.  Λεωφορεία για το San Gimignano θα βρίσκαμε έξω από το σταθμό. Αλλά δε βρήκαμε. Οι υπάλληλοι του σταθμού είχαν σχολάσει, το μπαράκι του σταθμού όμως ήταν ανοιχτό κι ο υπάλληλος του, ο μπάρμαν, αλλά και τίκετμαν μας υπέδειξε την πλατεία πιο πάνω απ' όπου περνούν τα λεωφορεία. Εκεί υπήρχε ένας πίνακας με τα δρομολόγια, αλλά για πρώτη φορά στην Ιταλία συναντήσαμε τέτοιου είδους καθυστέρηση. Της μίας ώρας και πλέον. Τόσο που σκεφτήκαμε βλέποντας ένα λεωφορείο που έγραφε Siena να αλλάξουμε τα σχέδια μας, αλλά στη Siena είχαμε πάει στο παρελθόν, οπότε κάναμε υπομονή. Έκαιγε ο ήλιος, βρήκαμε μια σκιά και χαρήκαμε ιδιαιτέρα σαν έφτασε επιτέλους το μπας. Είχε αρχίσει να βαραίνει η κούραση, αλλά σαν φτάσαμε στο San Gιmignano και μετά από μια όμορφη διαδρομή στην εξοχή της Τοσκάνης, ξαναβρήκαμε τα κουράγια να δούμε τη μεσαιωνική καστροπολιτεία με τους περίφημους Πύργους της, δεκατέσσερις σήμερα στον αριθμό, κάποτε εβδομηντατέσσερις.

Πύλες, αρχοντικά, παλάτια, ναοί, πλατείες, πύργοι, τείχη και θέα στον κάμπο. Αμπέλια, κρασιά, χοιρομέρια, αγριογούρουνα, αλλαντικά, τυριά, ζυμαρικά, παγωτά και κάθε είδους τουριστικά προϊόντα για τους τουρίστες που συρρέουν. Πολύ όμορφα παντού. Αν φορούσαμε άλλες ενδυμασίες θα μπορούσαμε να είμαστε οι κομπάρσοι κάποιας ταινίας που αναφέρεται στον μεσαίωνα. Τα σκηνικά υπάρχουν και είναι η παλιά αυτή πόλη. 

Στην Piazza della Cisterna φάγαμε το παγωτάκι μας. Υπάρχει εκεί το διάσημο παγωτατζίδικο Dondoli. Εμείς καθ' υπόδειξη αγαπητού προσώπου φάγαμε παγωτό στην ίδια πλατεία στη gelateria dell' Olmo. Ωραιότατο! Σκεφτόμασταν για δεύτερο αλλά συγκρατηθήκαμε. 

Αφού γυρίσαμε και θαυμάσαμε τη μεσαιωνική καστροπολιτεία περιμέναμε και πάλι το λεωφορείο για επιστροφή στο Poggibonsi εκτός των τειχών. Σε ένα πάρκο όπου απαγορεύεται η είσοδος σε δεσποζόμενα ( εκεί όλα δεσποζόμενα είναι, δεν τα αμολούν μετατρέποντας τα σε αδέσποτα). Έτσι, έχουν μείνει και κάποια πάρκα μόνο για τον άνθρωπο. Αντίθετα στον τόπο μου, ο άνθρωπος έχει εξοριστεί από πάρκα και εξοχές. Από τα πρώτα γιατί ζέχνουν από βρωμιές σκύλων καθώς οι σκυλόζωοι δεν τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες καθαριότητας των χώρων, από τις εξοχές γιατί τις λυμαίνονται αγέλες αδέσποτων σκύλων. Όσο για τις παιδικές χαρές έχουν μετατραπεί σε σκυλοχαρές. Ελλάδα, η χώρα του αίσχους γενικώς και σε όλα. 

Και περιμέναμε και περιμέναμε και δεν είναι να πεις ότι βρισκόμασταν στην Ελλάδα. Κοντά μιάμιση ώρα. Τόσο που αρχίσαμε να σκεφτόμαστε λύσεις ενοικίασης αυτοκινήτου ή διαμονής στην περιοχή. Τελικά ήρθε ένα μίνι λεωφορειο, παλιό με ξεχαρβαλωμένα καθίσματα, όμως φτάσαμε στο παρά πέντε στο σταθμό για να προλάβουμε το τρένο για Prato μέσω Φλωρεντίας όπου αλλάξαμε πλατφόρμα και τρένο.  Όταν φτάσαμε είχε πια νυχτώσει, όμως από ανάγκη κάναμε κουράγιο για το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς για νερά και κάποια βασικά τρόφιμα για το βράδυ και την επόμενη μέρα. Κατάκοποι απολαύσαμε ένα γιαουρτάκι πριν πέσουμε να ξεραθούμε να ξεκουραστεί λίγο το καταπονημένο μας κορμί. Τα σχέδια για την επόμενη μέρα ήταν ήδη έτοιμα.


27 Μαΐου 2026

Ημερολόγιο εκδρομής στην Τοσκάνη. 6 Μαΐου 2026, μονοήμερη περιήγηση στη Λούκκα.

 Άδεια κατόπιν αιτήματος προς τα παιδιά μας να κανονίσουν με τις δουλειές τους για να μπορέσουν ο παππούς και η γιαγιά να πάνε ένα ακόμα ταξιδάκι. Όπως και έγινε. 

Σύντομης διάρκειας και σχεδιασμένα λίγες μέρες πριν, τα ταξιδάκια των παππούδων που κρατούν εγγονάκια έχουν κοντινούς προορισμούς. Ξανά λοιπόν μετά από δίμηνο στην γεμάτη απτό πολιτισμό, ιστορία και τέχνη του παρελθόντος της Ιταλία. Αυτή τη φορά στην Τοσκάνη, σε όσα δεν είδαμε στο παρελθόν κι ακούσαμε ότι αξίζουν την επίσκεψη. Κι όχι μόνο στην πράσινη και οινοπαραγωγό Τοσκάνη. 

Μέσα σε πέντε μέρες καταφέραμε να γράψουμε πολλά χιλιόμετρα περπατητά , με τρένο, με λεωφορείο. 

Πτήση για Μπολόνια με τη Ryanair - που μας αφήνει χρόνους στη Θεσσαλονίκη, υπογραμμίζοντας επίσης το γεγονός ότι υποβαθμιζόμεθα συνεχώς στη χώρα μας παντού και εντελώς - και σε μιάμιση ώρα στο αεροδρόμιο της πόλης υπό βροχή. Δεν θα μέναμε όμως εκεί. Monorail και σε λίγα λεπτά νάμαστε στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Προορισμός και έδρα των εξορμήσεων μας η πόλη Prato αντί της Φλωρεντίας (αρχική επιλογή), καθώς οι τιμές των καταλυμάτων στην πιο γνωστή, και δικαίως, πόλη της Τοσκάνης, είναι αποτρεπτικές για τα δικά μας βαλάντια,  τουλάχιστον των οικιών και μονάδων που βρίσκονται κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, ζητούμενο για εμάς και τα σχέδια μας. Αντίθετα στο Prato νοικιάσαμε σπίτι αξιοπρεπές και καθαρό πολύ φθηνότερα. Μας βόλευε η πόλη και συγκοινωνιακά για τις περιοχές που σκοπεύαμε να επισκεφτούμε. Δεν τα είχαμε σχεδιάσει όλα στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, επειδή ο καιρός, αν και Μάης, ήταν βροχερός. Θα αποφεύγαμε τις περιοχές με την έντονη βροχόπτωση. Αυτό ήταν το πλάνο. 

Στα αυτόματα μηχανήματα κόψαμε τα εισιτήρια μας από Bologna για Prato, πολύ φθηνά μας φάνηκαν, χαρήκαμε, αλλά ψάχνοντας για την πλατφόρμα επιβίβασης ηλεκτρονικά και ρωτώντας διαπιστώσαμε ότι τα εισιτήρια μας ήταν για το ίδιο δρομολόγιο, όμως με λεωφορείο που αναχωρούσε σε 5 λεπτά, καθώς χάσαμε χρόνο αναζητώντας τρένο. Ο σταθμός τεράστιος, το ίδιο και οι έξοδοι του. Ρίξαμε κάτι κατοστάρια από δω, από κει, ρωτώντας πας στην πόλη, και το προλάβαμε στο τελευταίο λεπτό. Ο οδηγός έκλεινε τη μπαγκαζιέρα, αλλά έτσι όπως με είδε να φωνάζω το "aspettαteci"  και να τρέχω, φοβήθηκε μην κλατάρω, με είδε και μεγάλη γυναίκα, ήμουν και ταλαιπωρημένη, από τις 5.00 τ' χαραή στο πόδι, μου έκανε νόημα κατευνασμού με τα χέρια του. Τερμάτισα πρώτη, από πίσω κι ο Μιχάλης λαχανιασμένος, έχωσα τη χειραποσκευή στο πορτμπαγκάζ, που το κράτησε ανοιχτό για μας και ανάσανα, ανασάναμε.

Κενές θέσεις για δύο δεν υπήρχαν, δεν ήταν πρόβλημα αυτό, θα καθόμασταν χωριστά, αλλά μόλις πήγα να καθίσω δίπλα σε μια μεσήλικη Εγγλέζα, στην πρώτη θέση, πίσω από τον οδηγό, που μου την υπέδειξε, σηκώθηκε η κάτοχος της μίας που είχε απλωθεί σε δύο θέσεις και πήγε να βρει τη φίλη της πιο πίσω, να έχει και την παρέα της, αφού την άνεση την είχε χάσει. Για καλό μας. Ήρθε και ο Μιχάλης που στο μεταξύ είχε καθίσει πίσω κι έτσι, κάποιος κερδίζει, κάποιος χάνει, ταξιδέψαμε άνετα, φθηνά και με απεριόριστη θέα στην εξοχή της διαδρομής. Αλλού βροχή, αλλού ήλιος, αλλού κι εμείς πλέον σε διάθεση, καθησυχασμένοι, όλα έβαιναν κατ' ευχήν και προς τον τελικό προορισμό. Ήταν η πρώτη ξεκούραση και ανάσα της μέρας, στις θέσεις μας στο λεωφορείο. Αχάραγα είχαμε ξυπνήσει και θέλαμε να φτάσουμε, να τακτοποιηθούμε, να ξεκινήσει το ευχάριστο μέρος, το περιηγητικό στις πόλεις της περιοχής αυτής στην ιστορία τους, τον πολιτισμό τους, την τέχνη, στα ωραία.

Πρώτο μεσημεράκι φτάσαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Prato, τερματικό και για τα λεωφορεία. Μπροστά από το σταθμό ένα ωραίο πράσινο πάρκο με ψηλά πλατάνια και φλαμουριές, με το συντριβάνι του, τα παγκάκια του, με την ανάλογη για σταθμό κίνηση. Μετά το πάρκο το ποτάμι της πόλης , ο Μπισέντζιο, παραπόταμος του Άρνο, κάπως ανταριασμένος και σκούρος λόγω των βροχών. Περάσαμε τη γέφυρα του ποταμού και κατευθυνθήκαμε ποδαράτοι προς το ενοικιαζόμενο, καμία 400αριά μέτρα πιο πέρα σε κεντρικό δρόμο της πόλης, της μεγαλύτερης στην Τοσκάνη μετά τη Φλωρεντία, διακοσίων χιλιάδων κατοίκων και κέντρο κλωστοϋφαντουργίας από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και μέχρι σήμερα. Λειτουργεί κοντά στην πόλη Μουσείο υφαντουργίας και υφασμάτων σε σύγχρονης αρχιτεκτονικής και σχεδιασμού κτήριο. Εξ αρχής είδαμε Ασιάτες στην πόλη. Διαβάσαμε ότι Κινέζοι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στο Πράτο από το 1980 και λόγω των γνώσεων τους στην υφαντική τέχνη. Φυσικά, όπως σε όλες τις πόλεις και τα χωριά , σε όλους τους σταθμούς και τις στάσεις, στους δρόμους, στα μικρομάγαζα, στις δύσκολες δουλειές που δεν κάνουν πια οι Ευρωπαίοι, τις πιο νυχτερινές ώρες, στα υπαίθρια παζάρια, αλλά και στις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων με φθηνό κόστος, αυτοί που κυρίως βλέπεις είναι οι μετανάστες, μελαμψοί, με τη δική τους ομορφιά και χάρη, κάποιοι, κυρίως γυναίκες, με τις παραδοσιακές ενδυμασίες τους, τις μαντήλες για να βρίσκονται υπό την σκέπη του Αλλάχ, αυτές που ενοχλούν και διχάζουν ότι στην πολιτισμένη δύση οι γυναίκες κατάφεραν να απελευθερωθούν και δε δέχονται το ζυγό μήτε της θρησκείας, μήτε της οικογένειας, μήτε του συζύγου. Και σε μεγάλη κλίμακα έτσι συμβαίνει, χωρίς αυτό να εξασφαλίζει απαραίτητα την ευτυχία τους, καθότι κεκτημένο και ως τέτοιο έχασε τη γεύση της ανακούφισης από δεσμά που βαραίνουν. 

Και φτάσαμε στο σπίτι! Ευρύχωρο, καθαρό, μερικώς ανακαινισμένο- δεν πετούν οι Ευρωπαίοι ότι επισκευάζεται και σ' αυτό συντελεί η ύπαρξη υπηρεσιών συντήρησης. Αντίθετα στην Ελλάδα είμαστε πρωταγωνιστές στο πέταγμα εν λειτουργία και χρήσιμων ακόμα αντικειμένων, συσκευών. Δε βρίσκεις και άνθρωπο να στα συντηρήσει, επιδιορθώσει - επιπλωμένο με χαριτωμένα έπιπλα ΙΚΕΑ. Καλό, αλλά κρύο λόγω καιρού. 

Δεν θα μέναμε στο σπίτι για πολύ. Άνοιγμα αποσκευών, στοιχειώδης τακτοποίηση και φρεσκάρισμα και ξανά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πράτο γύρω στις 2.30 το μεσημέρι για να επισκεφθούμε τη Lucca. Είχαμε δει ότι η βροχή είχε μετακινηθεί προς τα ανατολικά, οπότε ήταν το κατάλληλο μέρος για την πρώτη κουραστική μέρα του ταξιδιού.

Σε μια ωρίτσα περίπου φτάσαμε στη μεσαιωνική-αναγεννησιακή αυτή πόλη που το ιστορικό της κέντρο περιβάλλεται από τείχη και οχυρωματικά έργα τεσσάρων περίπου χιλιομέτρων που λειτουργούν ως ένας ωραίος πεζόδρομος για τους κατοίκους και τους τουρίστες για περπάτημα, άθληση, αναψυχή. Από το σταθμό στα τείχη κι από κει η πρώτη θέα των πύργων των ναών, του καθεδρικού ναού του San Martino, ωραίων κτιρίων.

Βαδίσαμε κάποιες ωρίτσες στο ιστορικό κέντρο της όμορφης Λούκκα, στενά δρομάκια με ωραία ιστορικά κτίρια και ξαφνικά ανοίγματα, πλατείες, μεγαλύτερες ή μικρότερες με ναούς και άλλα δημόσια μέγαρα, με καταστήματα προς βρώση και πόση και άλλα ένδυσης και ιταλικής μόδας, κάθε είδους σε πιο εμπορικούς και κεντρικούς δρόμους. Ηλεκτροκίνητα mini bus χρησιμοποιούνται για τις μετακινήσεις των κατοίκων, καθώς η πόλη διατηρεί την ιστορική της πολεοδομία και μορφή και επομένως τα στενά δρομάκια δεν προσφέρονται για άλλο μέσο.

Οι πολλοί ναοί της πόλης μοιάζουν μεταξύ τους με χαρακτηριστικό τους στοιχείο την βαθμιδωτή επίστεψη πάνω από την είσοδο τους, περισσότερο ή λιγότερο διακοσμημένοι. Οι πιο γνωστοί και περίτεχνοι, ο καθεδρικός ναός της πόλης αφιερωμένος στον Άγιο Μαρτίνο και ο ναός ο αφιερωμένος στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Στη Λούκκα και το σπίτι του συνθέτη Τζάκομο Πουτσίνι (1858-1924) που πλέον έχει μετατραπεί σε Μουσείο. Είναι η γενέτειρα του. Μπροστά από το σπίτι του ένα ωραίο μποέμ γλυπτό του ίδιου να κάθεται αναπαυτικά και χαλαρά στην πολυθρόνα του και να καπνίζει το τσιγαράκι του. Ίσως να σκέφτεται κάποια όμορφη, έμπνευση για το έργο του ή πώς να αποφύγει τη ζηλοτυπία της συζύγου του. Όμορφος ως νέος, όμορφος και αρρενωπός και στο άγαλμα. Ήταν από τα σημεία της περιήγησης που η τέχνη δημιούργησε ευφορία. Και μόνο να αναλογιστείς τις ουράνιες μελωδίες του φτάνει.

Η ετυμολογία του ονόματος της Λούκκα προέρχεται από τη λιγουρική ή κελτική ρίζα luk, η οποία σημαίνει βάλτος ή μέρος που περιβάλλεται από νερά. Η θεωρία αυτή ταιριάζει απόλυτα με τη γεωγραφία της περιοχής κατά την αρχαιότητα, καθώς ο πρώτος οικισμός χτίστηκε σε μια ελώδη πεδιάδα ανάμεσα στον ποταμό Σέρκιο και τη λίμνη Μπιεντίνα.

Μια άλλη εκδοχή συνδέει το όνομα με την ετρουσκική λέξη luc ή τη λατινική lucus που σημαίνει ιερό δάσος ή το ρήμα lucare. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, Λούκκα σημαίνει φωτεινό ξέφωτο μέσα σε μια πυκνά δασωμένη περιοχή.

Και βέβαια η περιοχή κατοικείται από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα. Λίγουρες, Ετρούσκοι, Ρωμαίοι, Οστρογότθοι, Λογγοβάρδοι, Φράγκοι ... μακρά η ιστορία της περιοχής, κάθε σοκάκι και καημός, κάθε καημός και πόνος, αγώνας, θάνατος κι εφήμερη χαρά για πλούσιους και φτωχούς. 

Η ευρύτερη περιοχή της Λούκκα ευλογημένη με ύδατα, με δάση και εύφορα εδάφη παράγει παρθένο ελαιόλαδο, κρασιά, φρούτα και όσπρια του βουνού, μανιτάρια, κάστανα και διάφορα γαστρονομικά προϊόντα για τα φαγάκια της περιοχής. Όμως και η βιομηχανία και οι παραγωγικές μονάδες πάσης φύσεως προϊόντων είναι αναπτυγμένη στην περιοχή και σε κάθε περιοχή της Ιταλίας. Εντύπωση σου προκαλούν οι μονάδες παραγωγής που βλέπεις από το παράθυρο του τρένου, από χωριό σε χωριό κι από πόλη σε πόλη. Στην περιοχή παράγεται χαρτί οικιακής χρήσης, υπάρχουν επίσης κλωστοϋφαντουργεία, όπως και στο Πράτο, και πλήθος άλλες βιομηχανικές, βιοτεχνικές, εταιρικές μονάδες. Να έχει ο κόσμος, ντόπιοι και μετανάστες να φάνε ψωμί, να εξασφαλίζει τον επιούσιο. Και βέβαια ο τουρισμός, αυτός κι αν ανθεί στην όμορφη Τοσκάνη!

Για φούρνους και focaccia ψάχναμε, προχωρημένο μεσημέρι, όμως είχαν ξεπουλήσει και ήτανε κλειστοί. Βρήκαμε όμως πολλά μπακάλικα, όπως τα δικά μας παλιά, με εδώδιμα και αποικιακά που πουλούσαν αλλαντικά κάθε είδους, τυριά κάθε είδους, κρασιά, ζυμαρικά και του πουλιού το γάλα, από τρόφιμα βασικά. Σ' αυτά σου ετοιμάζουν το πανίνο, το ψωμάκι ή σάντουιτς της προτίμησης σου. Πολλές και οι τζελατερίες, τα παγωτατζίδικα φυσικά στην Ιταλία με ωραιότατο αφράτο και φρέσκο  παγωτό. 

Κατά τις 6.00 μ.μ. τα πόδια μας δεν άντεχαν άλλο, από νωρίτερα δηλαδή, αλλά υπομέναμε τις σωματικές ενοχλήσεις έναντι της ψυχικής ανάτασης που νιώθεις ως τουρίστας στις ιστορικές αυτές και καλοδιατηρημένες πόλεις, τσαγμένοι από ομορφιά, καθότι ζούμε σε ρυμοτομική, πολεοδομική και αρχιτεκτονική ασχήμια στη δύστυχη χώρα μου, και στην πόλη μας, στην Κοζάνη. 

Άρμεγε με τα μάτια σου το φως της οικουμένης, όπου υπάρχει φυσική ή δημιουργημένη από τον άνθρωπο ομορφιά! Είναι η  προσέγγιση της ζωής μας, αυτή που μας κάνει να αγαπάμε πολύ τα ταξίδια. Όμως και το σκαρί, ηλικιωμένοι πλέον, έχει τις αντοχές του. Δεν βλέπαμε την ώρα να καθίσουμε σε κάποιο βαγόνι να πάρουμε κάποια ανάσα μέχρι να φτάσουμε στο Πράτο, να ξεκουράσουμε για λίγο τα πόδια μας που ασφυκτιούσαν πια στα αθλητικά μας παπούτσια, που αν και άνετα, φάνταζαν στενά και στενάχωρα.

Όταν επιτέλους φτάσαμε στο ενοικιαζόμενο, δεν υπήρχε κουράγιο ούτε για τα στοιχειώδη. Ήταν και κρύο το σπίτι, λόγω των βροχερών ημερών, το καλοριφέρ κλειστό, κλιματιστικό δεν υπήρχε, δεν είχαμε προσέξει τη λεπτομέρεια λόγω εποχής, είπαμε δε θα κρυώσουμε, δε θα ζεσταθούμε,  όμως αποκαμωμένοι, όπως ήμασταν, κρυώναμε ελαφρώς. Το μπάνιο αναβλήθηκε για την επομένη το πρωί. Ύπνος, αυτό θα μας ανακούφιζε. Κοιμηθήκαμε στις 9.00 μ.μ. περίπου. Ξεραθήκαμε, ευχαριστημένοι όμως. Για την επομένη είχαμε προγραμματίσει, πόλεις, ωράρια τρένων, όλα ήταν κανονισμένα.




10 Μαΐου 2026

Γιορτή της μητέρας, έτος 2026

 Γιορτή της μητέρας σήμερα. Έγραψα τα τελευταία χρόνια της ζωής της, τα χρόνια της ανημπόριας της, της βαρυχειμωνιάς του βίου της, ένα ποίημα που περιγράφει όσα βιώσαμε φροντίζοντας την και όσα δύσκολα βίωνε η ίδια καθημερινά. Είναι άχαρα και δύσκολα τα γηρατειά. Για τη μαμά μου γεμάτα σωματικούς πόνους και κινητικά προβλήματα που τελικά την καθήλωσαν στο κρεβάτι και στην αναπηρική καρέκλα. Στη μνήμη της και τη γλυκιά ανάμνηση της μητρότητας της (αγίες εν ζωή για όσα περνούν από εμάς τα τέκνα, αγιάζουν εντελώς μετά θάνατον), της καλοσύνης της, του αγώνα της ως μάνα.    Με τη συμπλήρωση της σοφής φράσης του Μαξίμ Γκόρκι ότι " τις μάνες κανείς δεν τις λυπάται".


Μάνα με τον κανένα γιο


και με τις τρεις σου κόρες,


"καμαρώνω" λες.


Και λίγα λες.


Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα


λύπες,


αλλά χωρίς να το γνωρίζεις


-μια ζωή κλαψιάρα-


υπέρτερες οι χαρές.


Κόρη των κοριτσιών σου,


για όλα μπροστά αυτές.


Αισίως ενενήκοντα και δύο


κι ως φαίνεται εκατόν δύο


τι άλλο να θες;


Φροντίδα υγείας η Κικούκω


φροντίζουν επίσης η Φωφώ


και η Τιτούκω.


Ζεστασιά και θαλπωρή,


ίσως ολίγον τι λειψή.


Είν' κανόνας για τους γέρους


κάποτε μένουν χωρίς εταίρους.


Δύσκολα τα γηρατειά, εσύ πάλι καλά,


μια και τάχεις τετρακόσια,


κι αν ροδάνι δεν πάει πια η γλώσσα,


είναι τόσα τα ευχαριστώ,


που ξεχρεώνουν κάθε χρεωστικό.


Για τη συντροφιά γυναίκα,


έχουν οι κόρες υποχρεώσεις κι οφειλές,


που ατελείωτες είναι λες.


"Έτσι είναι η ζωή" θα πεις, πρέπει και καθήκον.


Μα εγώ, μαμά μου, διαφωνώ


και σε αεροπλάνο πάλι θα ανεβώ.


Γκουρμέ και φρέσκα κάθε μέρα,


συναγωνισμός εις την μαγειρικήν,


τηλέφωνα, συνεννοήσεις,


ποιο πιάτο άραγε θα προτιμήσεις;


Καθαριότητα καλή,


πάντα ήσουν καθαρή, μα και μοσχοβολιστή.


Όλες, γυναίκα, θυγατέρες,


εκτελούμε χρέη του μεσιέ πιπί,


κι αν και δε ζεις στις Βερσαλλίες, 


έχεις γύρω σου κυρίες.


"Ξεντροπιάστηκα" μας λες,


μα τα ούρα δεν έχουν χρονικές αναστολές.


Μασαζάκια, μαξιλάρια, αλοιφούλες,


παμπεράκια, μωρομαντιλάκια, ρόλεϊ κι αρωματάκια,


οξυγόνο και μπατσάκια στα πλευράκια ...


Βασιλομήτορα σ' αποκαλώ


Κι από την Ελισάβετ μπέτερ έχω να πω.


Φορτηγά τα φάρμακα κι οι βιταμινούλες


Τριαξονικά με τονοτίλ, A, B, C και D ...


Τη ζήλεια προκαλείς


κι άλλοι επιθυμούν όπως εσύ


-χωρίς τις μέρες που πονάς και δεν τελειώνουν, 


τις νύχτες που αργούν, δεν ξημερώνουν-


μα χωρίς τίτλους, κορώνα και χαρτιά


πώς να έχουν τέτοια θεραπειά; 


Κατουρημένα κι άπλυτα οι κόρες, 


που όλα σου τα ξεχρέωσαν και κατιτίς με τόκο σου έδωσαν.


Ξενύχτια ατελείωτα σε κατ' οίκον νοσηλεία και νοσοκομεία


να μετράνε ανάσες και σφυγμούς,


να κλαίνε και να χαίρονται μαζί με τους γαμπρούς


που κοντεύουν να σε φτάσουν,


όλοι και όλες προς τα γηρατειά,


άραγε θα έχουμε τέτοια τυχερά;


"Καμαρώνω" λες


Μα πώς να μην το λες,


μικρή μας κόρη και βασιλομήτορα συγχρόνως;


Και λίγα λες.

27 Μαρτίου 2026

21 Μαρτίου 2026, ετήσιο μνημόσυνο της μαμάς μου και παγκόσμια μέρα ποίησης

Ημέρα του ετήσιου μνημόσυνου της μαμάς μου και ημέρα ποιήσεως. Και επομένως: 

-Πόσες φορές σε πίκρανα, μαμά; 

-Σιγά μην ασχολούμαστε μ' αυτά. 

-Πόσες φορές απόδιωξα την αγκαλιά σου, πάγωσα το χαμόγελο σου, πίκρανα την καλή σου την καρδιά;  

-Μα, έτσι είναι τα παιδιά.

-Ω μαμά μου, σου έδωσα λίγα και μου έδωσες πολλά. 

-Έχω τα καλύτερα παιδιά.

-Ω μαμά μου, τις μάνες κανείς δεν τις λυπάται. -Είναι η μάνα πάπλωμα για τα παιδιά..

-Ω μαμά μου ήσουν κι εσύ μια μάνα βράχος κι άντεξες φουρτούνες, κύματα ίσια στο μπόι της ψυχής με τα δικά σου τα παιδιά.

-Πόναγα κι έκλαιγα κρυφά συχνά. 

-Ω μαμά μου, ήσουν καλή κι ήσουν γλυκιά κι αν κούραζες με ορντινάντσες, παρεμβάσεις, προτροπές, απλές κουβέντες...τώρα που δεν υπάρχεις πια, είχες δίκιο στα πολλά, γιατί για τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου ήσουν μια Παναγιά. 

-Αραδίτσα παπαδίτσα σας έλεγα συχνά.

-Ω μαμά μου, πώς γίνεται η απώλεια να αχρηστεύει τα παραμορφωτικά γυαλιά κι όλα πια να είναι τόσο καθαρά; 

-Τα πράγματα είναι απλά: Το κατά δύναμη, όπως κάθε άξια μαμά.

-Άριστα, μανούλα μου, γιατί σαν τη δική σου την αγάπη, άντε άλλη μία ή καμιά.

21 Φεβρουαρίου 2025

Ταξιδιωτικά ποιήματα

1. Το ποίημα γράφτηκε σε πλεύσεις με κρουαζιερόπλοιο στις βόρειες θάλασσες, σε ταξίδι από το Αμβούργο της Γερμανίας προς την Ισλανδία. Ενδιάμεσος σταθμός η Σκωτία και οι Ορκάδες νήσοι. Ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες περιηγήσεις στις παραπάνω περιοχές, υπάρχουν οι μέρες στη θάλασσα. Οι δραστηριότητες πάνω στις πλωτές πολιτείες πολλές, αλλά και η θέαση του ωκεανού πολύωρη, με το φως της μέρας, της νύχτας, της ανατολής και της δύσης. Ατενίζοντας και θαυμάζοντας τον Ατλαντικό ωκεανό εμπνέεσαι με σκέψεις ή λέξεις:

Ταξίδι στο βόρειο Ατλαντικό ωκεανό

Στο γέροντα ωκεανό του Isidore Ducasse, που ο ποιητής μοναδικά υμνεί,

στο γίγαντα όλων των θαλασσών, στον Άτλαντα, του κόσμου όλου τον κουβαλητή

πλεύσαμε μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ταξίδι αναψυχής και κάπως μακρινό.

Στις παγωμένες θάλασσες του, Ατλαντικός στο μέρος του το βορινό,

Ιούνιο μήνα με βαρύ χειμερινό εξοπλισμό, μπουφάν, σκουφί ...

ότι ο Τιτάνας κάπου εκεί αναπαύει το γέρικο παγωμένο του κανί.

Τα βάθη του στις θάλασσες αυτές δε θέλεις να γνωρίζεις,

τα βλέπεις όμως καθημερινά σε μέσα ηλεκτρονικά απάνω στα πλωτά.

Κι αν ο θεός όλων των νερών κάνει πως τα πόδια του κουνά

να τα ξεπιάσει μοναχά, κρουζιερόπλοια ατσαλένια θεριά

ακολουθούν χορευτικά τα βήματα του κι υποταγή δηλώνουν στον ωκεανό,

αναγνωρίζοντας τη θεία του αρχέγονη και ανυπέρβλητη υπεροχή, ταπεινά.

Στων θαλασσών τις πλοιο-πολιτείες που ο ωκεανός μεγαλόθυμα φιλοξενεί

ταξιδευτές απολαμβάνουν το θέαμα του με δύση και ανατολή,

γνωρίζοντας όλοι πως στα χέρια του την πλεύση και την τύχη τους κρατεί.

Έτσι, ανάμεσα σε φαγοπότια, ρεμβασμούς, θεάματα, χορούς ...

κρυφά σαν τους πρωτόγονους του απευθύνουν προσευχή

στο όνειρο που ζουν στα χέρια του, σε κόσμους να τους οδηγεί,

να δείξει καλοσύνη κι ήσυχα σαν τη μάνα που μωρό στην αγκαλιά κρατεί

να τους λικνίζει απαλά κι εκείνοι να βυθίζονται σε μουσικές και χρώματα

που ο νους - βρέφη ανήμπορα οι ταξιδευτές στου ωκεανού την αγκαλιά -

στις άγραφες λευκές σελίδες του σαν παραμύθι ευτυχίας θα βαστά.

Είν' τα ταξίδια στου Άτλαντα τις θάλασσες απάνω σε πολιτειών σκαριά

μάγισσες που σε δένουν με κλαδάκια, λαγοπόδαρα, βοτάνια, μαντζούνια, ποτά ....

Σπονδές, χοές στον τιτάνιο Ατλαντικό επιθυμείς να αποτίσεις ξανά και ξανά.


Σημείωση: Ο Ιζιντόρ Ντυκάς (γαλλ. Isidore Lucien Ducasse, 18461870), είναι γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Λωτρεαμόν ή Κόμης του Λωτρεαμόν, και είναι ο δημιουργός των Ασμάτων του Μαλντορόρ που αποτελούν και το σημαντικότερο έργο του.


2. Το ποίημα γράφτηκε ύστερα από επίσκεψη στην ψαραγορά του Μπέργκεν της Νορβηγίας. Μέσα στην ψαραγορά, αλλά και πολύ κοντά σ' αυτήν, σε τουριστικό σημείο στο λιμάνι, δίπλα στην παλιά εμπορική Χανσεαϊτική συνοικία υπάρχουν καντίνες με πρόχειρα στεγασμένα εστιατόρια για ψαρομεζέδες, ποτό κ.α.. Ωραία είναι, ειδικά αν πεινάς, ύστερα από τα χιλιόμετρα που γράφεις στις εκδρομές. Θέλεις να δοκιμάσεις και τις γεύσεις τους.


Στην ψαραγορά του Μπέργκεν 

 

 
Ψιλοέβρεχε στο Μπέργκεν
Ψιλοκαλόκαιρο, τον Ιούνιο
Ψιλοκουραστήκαμε ψιλοαπόγευμα
Ψιλοπεινάσαμε για ψιλό, για την ακρίβεια φθηνό, ψαράκι.
Ψιλοκλεφτά τις τιμές κοιτούσαμε
σε ψιλοεστιατόριο, μια τέντα, καθίσαμε
ψιλοτσιμπήσαμε , δεν ψιλοήπιαμε,
αν και το ψιλοθέλαμε,
μα ψιλοείχαμε υπόλοιπα ξενάγησης
χρειαζόμσταν τις τελευταίες της μέρας ψιλοδυνάμεις
Τρώγοντας ψιλοκουβεντιάζαμε,
ψιλογελούσαμε με αστεία.
Ήπιαμε τα καφεδάκια μας, ψιλοξεκουραστήκαμε
και συνεχίσαμε τις διαδρομές στο ταξιδάκι μας.
Με τόσα ψιλά εφόδια
απέκτησε η χαρά βαρύτητα.


3. Το ποίημα αυτό το ενέπνευσε η ομορφιά ενός δέντρου, της γιακαράντας. Η ομορφιά της φύσης σε ευαισθητοποιεί, σε κάνει να ξεχνάς τις ασχήμιες, κάνει ακόμα και τον θάνατο πιο ανεκτό, ιδιαίτερα εκ του ασφαλούς, όταν απλώς τον σκέφτεσαι μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, στο Μπουένος Άιρες οι κεντρικές λεωφόροι είναι στολισμένες σε μήκος χιλιομέτρων με αυτά τα δέντρα. Τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου που βρισκόμασταν εμείς εκεί, αρκετά από τα λιλομωβί λουλουδάκια των δέντρων πέφτουν στη γη και στρώνουν το απαλό χαλί πάνω στο οποίο βαδίζεις ευφορικά ως τουρίστας. Μαγεία! Έτσι το θυμάμαι:

Οι γιακαράντες του Μπουένος Άιρες 


Με γιακαράντες να στολίσω τα μαλλιά μου
τα μωβ ανθάκια να περάσω σκουλαρίκια στα αυτιά μου

και μέσα σε λιλά βροχόπτωση και απαλά παχιά λιλομωβί χαλιά

κρατώντας χέρι αγαπημένο, αν είναι η ώρα, ας περάσω στο επέκεινα.

Μα όποιος γιακαράντες και αμόλευτη ζωή τόσο αγαπά,

σουσουρίσματα, θροίσματατα, ξορκίσματα, μαγέματα της φύσης ... γιακαραντζούμ, τζακαραντζούμ

και να, τα ανταποδοτικά δωρίσματα, της ζωής χαρίσματα,

γεμάτη η γη με ομορφιά σε δρόμους και περάσματα ταξιδιωτικά.

Εκεί, που αφήνεις πίσω μικρότητες κι ασχήμιες να αναμένουν υπομονετικά.

Και σου χαρίζονται φύση και πόλεις, δημιουργήματα αριστουργηματικά.

είναι ονειρική η ζωή σε πλεύσεις, δρόμους, κατευθύνσεις, βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά.


4.  Σε ταξίδι μας στο Άμπου Ντάμπι, στα Η.Α. Ε. , ο ξεναγός μας, νιόπαντρος όντας, έφερνε στις περιηγήσεις και την όμορφη γυναίκα του, δεν μπορούσε να την αποχωριστεί. Αντάλλασσαν βλέμματα λατρείας. Μας γλύκαναν όλους με τον φρέσκο και έντονο έρωτα τους :


Οι ερωτευμένοι Πακιστανοί συνταξιδιώτες μας

"Η αμπάγια σου θροΐζει κι η καρδιά μου φτερουγίζει."
Αυτό κι άλλα ανομολόγητα, ιδιωτικά,
διαβάζαμε στη σκέψη, στη ματιά
του νιόπαντρου Πακιστανού και ξεναγού
ερωτοφουντωμένου σαν την ουρά του παγωνιού.


Άλλος του διάλεξε γυναίκα, παπούτσι από τον τόπο σου κ.τ.λ.,
η μάνα που τον γνώριζε καλά κι ήθελε ο γιος
εκεί στο Άμπου Ντάμπι, στην ξενιτιά, στον έρωτα να βρει παρηγοριά.
Υπάκουσε ο Άχμεντ παραδοσιακά, στης μάνας του τα προξενιά
επέστρεψε στο Πακιστάν για ραντεβού και γάμο στα τυφλά.


Έδεσε τόσο το γλυκό ανάμεσα σε νύφη και γαμπρό
που τα κρυφά τους λόγια σα με ντουντούκα διαδήλωσης έσερναν το σκοπό
στου Άμπου Ντάμπι τα παλάτια, κατώτερα από το παλάτι που έχτισαν οι δυο.
"Την αμπάγια σου θα βγάλω, τα χρυσά σανδάλια σου δε θα προλάβω
αχ, να γυρίσουμε στο σπίτι ... " και άλλα ανομολόγητα, ερωτικά.

5.  Το τουριστικό ιστορικό κέντρο της Στοκχόλμης είναι γεμάτο με όμορφα μαγαζάκια κάθε είδους.  Γκαλερί, καταστήματα με αναμνηστικά από την περιοχή, μπαράκια, καφέ, εστιατόρια ... κάποια διακοσμημένα με φαντασία, όπως ένα μαγαζάκι με χυμούς φρούτων, πνιγμένο στα πορτοκάλια στις βιτρίνες του :


Χυμός πορτοκαλιών

"Ένα χυμό πορτοκαλιών, παρακαλώ."

Χυμούς πορτοκαλένιους έσταζαν

τα κοκκινόξανθα σγουρά μακριά μαλλιά

τα μάγουλα σε έξαψη τα ροδαλά

τα χείλη της βελούδινη ροδακινιά

το σώμα της λεπτό σα σαϊτιά

κι απάνω του ένα φόρεμα αέρινο,

του οπωρώνα η ζωγραφιά.

Ζαλίστηκε, την πόθησε, πλησίασε, μα τι να πει;

" 'Ενα χυμό πορτοκαλιών, παρακαλώ." είπε θαρρετά.

Του χαμογέλασε, έτσι όπως στάθηκε κοντά.

" Στις νότιες θάλασσες να πλεύσουμε αγκαλιά,

Φάτα Μοργκάνα, του Καββαδία μεταλαβιά." σκέφτηκε η καρδιά.

Με το χυμό στο χέρι, του χαμογέλασε ξένοιαστα ξανά

του γύρισε την πλάτη κι έφυγε μακριά.

"Μόργκαν!" τη φώναξε τ΄ αγόρι της και την κράτησε αγκαλιά.

Ξεμάκρυναν. Ψάχνοντας τον ορίζοντα

του φάνηκε πως ξαγκιστρώθηκε,

άφησε την ερωτική τους τη φωλιά,

γύρισε προς το μέρος του. Θα την περίμενε.

Χτυπούσε ο ήλιος κατακούτελα, έκαιγαν τα σώματα

αποζητούσαν χυμών δροσιά.


6. Τα πολλά ταξίδια μας, τα ξεκινήσαμε, αφότου βγήκαμε στη σύνταξη. Δυστυχώς, μεσολάβησε ο κωρονοϊός που μας κράτησε φυλακισμένους για δύο χρόνια. Συνεχίσαμε να ταξιδεύουμε μετά, αλλά κάποιες φορές είναι και τα σόγια φυλακή, μπορεί γλυκιά ή πικρή, αλλά είναι. Το πρώτο μας ταξίδι, εις υγείαν της ελευθερίας από τη δουλειά ή δουλεία έγινε στην Ισλανδία. Φανταστείτε τα ταξίδια σαν ένα ισλανδικό ζεστό μάλλινο πουλόβερ, αυτά με τις πολύχρωμες μπορντούρες περιστροφικά των ώμων. Εγώ έτσι τα φαντάστηκα. Είναι ακόμα πιο ωραία.

Ισλανδικό πουλόβερ 


Για μάλλινο χοντρό ζεστό ισλανδικό

πουλόβερ, κουβάρια και κουβάρια ξετυλίχτηκαν

να πλέξουν σχέδια με χρώματα πολλά

να γίνει το εργόχειρο ομορφιά, ενδεικτικό

νέας αρχής. Σαν βγεις στη σύνταξη ... από Δευτέρα σα να λέμε.

Ναι, μη νομίσετε κάτι βαρύγδουπο και ηχηρό.

Στην πλάτη "φτου, ξελευτερία " έγραψαν τα νήματα

να μείνουν πίσω τα παλιά. Η ελπίδα πάντα πλέει σε πελάγη μελλοντικά.

Γύρω απ' τους ώμους πλέχτηκε του κόσμου τούτου η ομορφιά,

ο ήλιος, το φεγγάρι, τ' άστρα, η γη, οι θάλασσες, οι ωκεανοί,

ποτάμια, δάση και βουνά, λουλούδια, ζώα και πουλιά,

η μέρα, η νύχτα, ο ουρανός, τα σύννεφα, όμορφες πόλεις,

όμορφα έργα ανθρωπινά, μουσικές, χοροί, τραγούδια...

πάντα χωράνε τα καλά. Σαν κιβωτός. Για Νώε δεν περίσσεψαν μαλλιά.

Είπαμε: "Φτου, ξελευτεριά". Το ρούχο ακόμα δεν τελείωσε.

Λίγο του μένει. Θα τελειώσει πόντο πόντο και αυτό. Μα ήταν το έναυσμα,

το πουλόβερ το ισλανδικό, μπορεί και η τυχούσα συγκυρία,

την ομορφιά που έχει ένα μάλλινο ζεστό ισλανδικό πλεκτό κι αλλού,

στου κόσμου αυτού τις στράτες, που ανοίγονται σωρό, να την αναζητώ.





















01 Δεκεμβρίου 2023

Οι γιακαράντες (ή τζακαράντες) των λεωφόρων του Μπουένος Άιρες. Ποίημα γραμμένο την 1-12-2023

 



Με γιακαράντες να στολίσω τα μαλλιά μου

τα μωβ ανθάκια να περάσω σκουλαρίκια στα αυτιά μου

και μέσα σε λιλά βροχόπτωση και απαλά παχιά λιλομωβί χαλιά

κρατώντας χέρι αγαπημένο, αν είναι η ώρα, ας περάσω στο επέκεινα.

Μα όποιος γιακαράντες και αμόλευτη ζωή τόσο αγαπά,

σουσουρίσματα, θροίσματατα, ξορκίσματα, μαγέματα της φύσης ... γιακαραντζούμ, τζακαραντζούμ

και να, τα ανταποδοτικά δωρίσματα, της ζωής χαρίσματα,

γεμάτη η γη με ομορφιά σε δρόμους και περάσματα ταξιδιωτικά.

Εκεί, που αφήνεις πίσω μικρότητες κι ασχήμιες να αναμένουν υπομονετικά.

Και σου χαρίζονται φύση και πόλεις, δημιουργήματα αριστουργηματικά.

είναι ονειρική η ζωή σε πλεύσεις, δρόμους, κατευθύνσεις, βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά.



Πολυπόθητη, ακόμα και ενταύθα και επί τα αυτά. Για χάρη της, προσωπικά

ξαπλώνω αναπαυτικά ακόμα και σε κακαράντζες

αν το γαλάζιο του ουρανού είναι να αντικρίζω με ειρήνη και υγεία καθημερινά.










29 Σεπτεμβρίου 2023

Ποίημα γραμμένο στις 29-9-2023. "Τοπίο στον Αϊ-Λιά"


 



Τοπίο στον Αϊ-Λιά!

Του κάρφωσα έναν ήλιο στη γωνιά

να γίνει του van Gogh η ζωγραφιά.

Λένε πως τη ζωγράφισε πίσω από μία σιδεριά.

Να, άλλη μια σύμπτωση!

Ταιριάζει στην περίπτωση.

Εντός ή εκτός οι έγκλειστοι, ανάλογο της εποχής.

Μα σίγουρα, όλοι αναζητούμε τρόπους διαφυγής

απ' το φρενοκομείο.


Λένε πως ο Vincent van Gogh ζωγράφισε την " Έναστρη νύχτα " του έγκλειστος σε ένα φρενοκομείο. Τη φωτογραφία τράβηξα στον Αϊ-Λιά Κοζάνης, ένα λόφο και ξωκκλήσι λίγο έξω από την πόλη, όπου και περπατάμε.

 

Ματίνα Γκούτζιου

12 Δεκεμβρίου 2022

Ταξίδι στο βόρειο Ατλαντικό ωκεανό. Ποίημα γραμμένο το Δεκέμβριο του 2022











Ταξίδι στο βόρειο Ατλαντικό ωκεανό



Στο γέροντα ωκεανό του Isidore Ducasse, που ο ποιητής μοναδικά υμνεί,

στο γίγαντα όλων των θαλασσών, στον Άτλαντα, του κόσμου όλου τον κουβαλητή

πλεύσαμε μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ταξίδι αναψυχής και κάπως μακρινό.

Στις παγωμένες θάλασσες του, Ατλαντικός στο μέρος του το βορινό,

Ιούνιο μήνα με βαρύ χειμερινό εξοπλισμό, μπουφάν, σκουφί ...

ότι ο Τιτάνας κάπου εκεί αναπαύει το γέρικο παγωμένο του κανί.

Τα βάθη του στις θάλασσες αυτές δε θέλεις να γνωρίζεις,

τα βλέπεις όμως καθημερινά σε μέσα ηλεκτρονικά απάνω στα πλωτά.

Κι αν ο θεός όλων των νερών κάνει πως τα πόδια του κουνά

να τα ξεπιάσει μοναχά, κρουζιερόπλοια ατσαλένια θεριά

ακολουθούν χορευτικά τα βήματα του κι υποταγή δηλώνουν στον ωκεανό,

αναγνωρίζοντας τη θεία του αρχέγονη και ανυπέρβλητη υπεροχή, ταπεινά.

Στων θαλασσών τις πλοιο-πολιτείες που ο ωκεανός μεγαλόθυμα φιλοξενεί

ταξιδευτές απολαμβάνουν το θέαμα του με δύση και ανατολή,

γνωρίζοντας όλοι πως στα χέρια του την πλεύση και την τύχη τους κρατεί.

Έτσι, ανάμεσα σε φαγοπότια, ρεμβασμούς, θεάματα, χορούς ...

κρυφά σαν τους πρωτόγονους του απευθύνουν προσευχή

στο όνειρο που ζουν στα χέρια του, σε κόσμους να τους οδηγεί,

να δείξει καλοσύνη κι ήσυχα σαν τη μάνα που μωρό στην αγκαλιά κρατεί

να τους λικνίζει απαλά κι εκείνοι να βυθίζονται σε μουσικές και χρώματα

που ο νους - βρέφη ανήμπορα οι ταξιδευτές στου ωκεανού την αγκαλιά -

στις άγραφες λευκές σελίδες του σαν παραμύθι ευτυχίας θα βαστά.

Είν' τα ταξίδια στου Άτλαντα τις θάλασσες απάνω σε πολιτειών σκαριά

μάγισσες που σε δένουν με κλαδάκια, λαγοπόδαρα, βοτάνια, μαντζούνια ποτά ....

Σπονδές, χοές στον τιτάνιο Ατλαντικό επιθυμείς να αποτίσεις ξανά και ξανά.

Ματίνα Γκούτζιου

09 Δεκεμβρίου 2022

Ποίημα τετράστροφο και οκτασύλλαβο: Το λουλουδάκι (Δεκέμβριος 2022)






Το λουλουδάκι


Είχα ένα λουλουδάκι

στο δικό μου μπαλκονάκι

όμορφο σαν τον ουρανό

με άρωμα μεθυστικό.



Εκαμάρωνα για κείνο

μόρφαινε στα ψηλά κι αυτό

πριγκιπισούλα φρόντιζα

ανθούς ωραίους πότιζα.



Κι ήρθαν καιροί κι ήρθαν καιροί

που η γλάστρα έγινε κλουβί

που το νερό το μάραινε

η έγνοια ενοχλητική.



Το χέρι που το πότιζε

πονεί, ελπίζει, εύχεται

τα άνθη του να ξαναδεί

κι η άνοιξη να ξαναρθεί.

Ματίνα Γκούτζιου