Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤ'Ν ΕΚΘΙΣ' (Νάσης Αλευράς)

Άλλη μια ιστορία από το βιβλίο του Νάση Αλευρά «Μ’ είπιν η μάνα μ’» (έκδοση 1964). Τις ιστορίες αυτές θυμάμαι να μας διαβάζει ο πατέρας μου, Θύμιος Γκούτζιος, όταν ήμαστε μικρά παιδιά για να μας διασκεδάσει, θα έλεγα σαν ένα Κοζανίτικο παραμύθι ή «μπέντι» όπως λεν οι Κοζανίτες. Δηλαδή μια ιστορία από τα παλιά που σκοπό έχει να σατιρίσει, να αστειευτεί με πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά και να ευχαριστήσει, να διασκεδάσει, μερικές φορές ακόμα και να διδάξει. Βλέποντας ότι αυτές οι ιστορίες δε διασώζονται σε ηλεκτρονική μορφή, θεώρησα ότι θα ήταν καλό να καταγραφούν και στον διαδικτυακό χώρο, πολύ περισσότερο αφού αποδείχτηκε ότι ενδιαφέρουν και διαβάζονται από τους Κοζανίτες.

Η συγκεκριμένη ιστορία αναφέρεται στη ΔΕΘ. Η πρώτη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης εγκαινιάστηκε στις 3 Οκτωβρίου του 1926. Στις σημερινές της εκθεσιακές εγκαταστάσεις η ΔΕΘ-Helexpo μεταφέρθηκε οριστικά το 1937. Η λειτουργία της διακόπηκε προσωρινά εξαιτίας του πολέμου, ενώ το 1950 χρηματοδοτήθηκε από το σχέδιο Μάρσαλ για την αποκατάσταση του λεηλατημένου εκθεσιακού χώρου. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι Έλληνες εκθέτες που συμμετείχαν στις διοργανώσεις ανέρχονταν σε 400, ενώ οι ξένοι έφταναν τους 1.500 κατά μέσο όρο ανά διοργάνωση. Το 1967 μάλιστα οι επισκέπτες άγγιξαν τον αριθμό ρεκόρ του 1,7 εκατομμυρίου. Στη δεκαετία του ’70 κατασκευάστηκαν τα μεγαλύτερα περίπτερα της ΔΕΘ-Helexpo, τα οποία λειτουργούν μέχρι και σήμερα, ενώ το 1973 διοργανώθηκαν οι πρώτες κλαδικές εκθέσεις, η Διεθνής Έκθεση Γούνας και η Διεθνής Έκθεση Μαρμάρου. Σήμερα διοργανώνει μεγάλες κλαδικές εκθέσεις, περιφερειακές εκθέσεις ανά την Ελλάδα, συμμετέχει σε μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού με εθνικά περίπτερα και διαχειρίζεται τις εγκαταστάσεις του Διεθνούς Εκθεσιακού και Συνεδριακού Κέντρου Θεσσαλονίκης και του Εκθεσιακού και Συνεδριακού Κέντρου Αθηνών. (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/ΔΕΘ)

Βέβαια να μην ξεχνάμε ότι στα εγκαίνια της ΔΕΘ κάθε χρόνο ο πρωθυπουργός της χώρας προβαίνει σε βαρυσήμαντες δηλώσεις και εξαγγελίες για την οικονομία, που προκαλούν τόσο γέλιο, όσο και η παρακάτω ιστορία (αν δεν αδικώ τις δηλώσεις στη σύγκριση αυτή).

Αλλά για να μη μακρηγορώ περισσότερο, ιδού η ιστορία:

Κάθι χρόνου τέτιαν ιπουχή π' γένιτι η ιέκθισ' στ' Σαλουνίκ' δεν τ' μάζουντι να τ'ν γλιντήσ'ν μούνκι οι Σαλουν'κοί. Ξισκώ-νουντι κι' απ' τάλλα τα μέρια ναρθούν να τ' γκιζιρίσ'ν.
Ιέτσ' ιφέτους, του πήραν από-φασ' ναρ'θούν απ' ν' Κόζιαν' κ' η Τσιτσιά τ'ς Μίσινας μι τ'ν Που-λιξέν' τ'ς Ματιώς απ' τα Καρακλανάθ'κα. Άκουγαν τ' Ζόλια τ'ς Δέσπους π' μουλου-γούσιν όλουν τουν χρόνου ικείνα πούειδαν τα μάτιατ'ς ιπέρσ' π'ν ίφιριν να τ'ν ιδεί ου γιος τ'ς, κι τ'ς απόμ'κιν του μιράκ' να τ'ν σιργιανίσ'ν κι' αυτές.
Κι κατά πως ίλιγιν η Ζόλια, η ιέκθισ' είταν καλλίτιαρ' κι τρανήτιαρ' απ' τουν θ'κό μας τουν νιάημιρου. Απόρ'σαν οι άλλις. Δεν ακούσ'κιν ακόμα να γιένιτι καλλίτιαρου πανη'υρ' σιόλουν τουν ντουνιά απ' τουν Κουζανιώτ'κουν τουν νιάημιρου, π' χιρνάει απ' τα Σέρβια κι κρατάει μιαν ιβδουμάδα!...
-Μας τα λες σουστά, μαρ' Ζόλια, αρουτάει η Τσιτσιά, ή μας κόβ'ς μπάφια;
-Ιτούτα πούειδαν τα ματάκια μ΄, δε μουλουγιούντι! απουκρένιτι μι θαγμασμό η Ζόλια. Να μην προυφτάσου να πααίνου σπίτι μ' αν σας λιέου ψέματα. Μ' τι φώτα, τρανήτιρα απ' τ'ς πουλυϊλαίοι τ'ς Αη-Νάργιαρ'ς! Κι τι μαγαζιά, κι τι σαργκιά αραδιασμένα απ' 'ν μιαν άκρα ουώς τ'ν άλλ! Κι καλούδια, καλούσια, ουότ' χαλέβ' η ψ'χούλα σ'...Ικείν' πάλι π' πιρπατούν στου σύρμα; Τι να σας πω. Σαν τ'ς είδα ικεί ουπάν' , να σιργιανίζ'ν σαν στουν τζιαντέ κι να κάμ'ν τάχατ' πώς πιέφτ'ν, μι κόπ'κιν ου νουφαλός απ' τ' φρίξ' που πήρα!...
-Κι δεν πέφ'ν;
-Μπα! Τσακώνουντι απ' τα χέρια κι βαστιούντι.
-Πέφτ' μακρά η Σαλουνίκ' απού δώ; λιέει η Πουλιξέν'.
-Δυο μέρις γι' αφ'νούς απ' τ'ς ρίχν' κι τρεις για τι μας απ' απέρασαν τα χρόνια μας.
-Κουντά μαρ' είνι! λιέει η Τσιτσιά. Σαν απού δω κ' ίσα μι τουν μπούρινου.
-Είνι πουλύς ου ανήφουρους, Τσιτσιά μ' κι απουσταίν'ς.
-Ι, ιμείς δεν αφήνουμι πανη'ύρ' για πανη'ύρ' κι' αφτούϊα τ' απουστάσουμι! Κίν'τσαμι κιόλανς.
Τούπαν κι τόκαμαν. Πήραν απού δυο σκ'τιά η κάθι μια για τουν ύπνου, γιόμουσαν τα δισάκια μι ψουμί κι τυρί κι κρουμμύδια για νάχ'ν να τρων, ιέβαλαν στου τζιόπ' κι απόνα δικάρ'κου κι χαραή, χαραή κίντ'σαν για τ'ν ιέκθισ'. Γυναίκις αυτές, είταν φουρτουμένις κι μι τόσου βάρους, πιρπατούσαν σαν τ΄ς γκαχιλώνις. Νύχτουσιν κι' ακόμα στα μπουτζιάκια βρίσκουνταν. Κι κατά πως πάϊναν, ούτι σι μια βδουμάδα δεν τα νάφταναν.
Μ' πάλι τυχιρές στάθ'καν, Ικείν' τ'ν ώρα, πιρνούσιν μι τ' αφτουκίνητου τ' ου Νικουλάκ'ς τ'ς Φουτούλους, τ'ς είδιν κι σταμάτ'σιν.
-Για πού, μαρ' τόβαλέτι;
-Μπα μάρ' ου Νικουλάκ'ς. Για τ'ν ιέκθισ', γιέμ'!
-Κι πααίντι μι τα πουδάρια;
-Ε, ντε! Δεν είνι κι μακρά! Τρεις μέρις δρόμους!
-Πού μι κίντιτι, μαρ' σιούρδις, μι τα πουδάρια; Τσιαρούσιανου 'ν πέρασέτι τ' Σαλουνίκ';
-Έναργα, έναργα τα φτάσουμι.
-Ανέβατι ουπάν' στ' αφτουκίνητου, να σας πααίνου στ' αγλιούγουρα.
Ανέφ'καν σ'ην καρότσα κι τανίσ'καν να ξιμουδιάσ'ν.
-Τυχιρές είμασταν, Πουλιξέν' λιέει η Τσιτσιά.
-Μούλουνι, κι μη σκούζ΄ς. Να μην αραμ'θεί π' τουν χρουστάει ου Ντιόντιους μ' κάτ' παράδις απ' τα προυπέρσ' κι μα; κατιβάσ' κάτ'.
Σ'μά τα ξημιρώματα, ιέφτασαν στ' Σαλουνίκ. Τ'ς κατέβασιν ικεί στα πλατανάκια στου Βαρδάρ' κι τ'ς ιέδειξιν τουν δρόμου για τ'ν ιέκθισ'.
-Ιφχαριστούμι, Νικουλάκ' τουν λέει η Πουλυξέν'. Ου Θος να σι δώσ' τα χίλια καλά, π' μας ίφιρις ίσιαμι τι δω.
-Νάστι καλά. Μούνκι να πεις στου Ντιόντιου, να μι πλιαρώσ' ικείνις τ'ς παράδις απ' μι χρουστάει.
-Τα τουν πω.
-Άειντι στου καλό κι καλό σιργιάν'. Κ' ιέφυγιν.
-Είδις, Τσιτσιά! Κι γω θαρούσα π' τ'ς αστόϊσιν! Πάλι καλά π' δεν μας κατέβασιν στ' μέσ' απ' τουν δρόμου.
Κι κίντσαν για τ'ν ιέκθισ'. Χαζεύουντας στου δρόμου τα μαγαζιά, παραλίγου να τ'ς πατήσ' ιένα αφτουκίνητου. Τ'ς γλέπ' ου χουρουφύλακας π' κνάει τα χέρια τ' σαν να σκιάζ' τα πιριστέρια να πιτάξ'ν, κι τ'ς βάν' στου τραμβάϊγ.
Σιβαίν' μέσα, γλέπ'ν κόσμουν πουλύν κι του πέρασαν για βασιάχτ'κουν νουντάν. Κουντό του μυαλό τ'ς, βγάν' τα κουρδέλια τ'ς, τ' αφίν' σι μιαν άκρα κι χιρνούν να τ'ς τσακών' ουόλνους απ' του χέρ'. Τ'ς πήραν χαμπάρ' οι ξικλιαστιάϊδις κι καρκαλιούνταν μι τα καμώματά τ'ς. Κάμ'ν να κάτσ'ν, μ' πού να χουρέσ'ν μι τα δισάκια! Σ'μα στάλλα χτύπ'σιν στ'ς μύτις η μπόχα απ' τα κρουμμύδια σι μιαν μι βαμένα τα χείλια κι τα νύχια κι χίρσιν να τσουρίζ'. Για καλό τ'ς, ιέφτασαν στ'ν ιέκθισ' κι κατέφ'καν.
Αραδούν τα κουρδέλια να τα φουρέσ'ν, δεν τα βρίσκ'ν. Χιρνούν να σκούζ'ν κι να τσουρίζ'ν  κια οι δυο αντάμα. Ξισ'κώθ'κιν ουόλους ου κόσμους. Κάτ' καλά τάχιν σ' μάσ' ιένας παπάς κι τ'ς τάδουκιν. Κινούν για να σιβούν στ΄ν ιέκθισ' κι ένας μι μια κουρδέλα στου χιέρ' τ'ς χαλιέβ' του εισιτήργιου.
-Μπα μύθια! λιέει η Τσιτσιά. Πού ακούσ'κιν να πλιαρών' για να σιργιανίσ'ν στου νιάημιρου!
-Ιδώ, δεν είνι νιάημιρους! τ'ς απουκρένιτι ου κουρδιλάς. Ιδώ είνι διϊθνής ιέκθισ', πόρχουντι απ' ουόλουν τουν κόσμου!
-Κι' ουόλ' αφτοίϊά πλιαρών'; λιέει κ' η Πουλυξέν'.
-Ουόλ'! Βγάλτι εισιτήργιου, κ' ιέλατι να πιράστι μέσα.
-Αν είξιράμι π' χαλέβ'τι παράδις, δεν τα νάρχουμάσταν.
-Άλλ' φουράς να μην ιρθίτι.
-Δεν σι ρώτ'σαμι του λόγου σ' τι τα κάμουμι κιόλανς.
Ικείν' τ'ν ουώρα, απιρνούσιν ιένας τρανός απ' ν' ιέκθισ' τ'ς ίδιν, άκ'σιν κι τι ίλιγαν κι τ'ς ιέβαλιν μέσα. Σιργιανούσαν ουώσπου σφάλ'τσαν τα πιρίφτιρα. Κι πως είταν απουσταμένις, ιέκατσαν στ'ς σκάλις απ' του τρανό του πιρίφτιρου κ' ιέφαγαν μι όριξ'. Ύστερ' απ' του γιόμα, π' άν'ξαν πάλι, πήραν σβάρνα ουόσα δεν είδαν τ' χαραή. Κι σιργιάντσαν ουώς τα μισάνυχτα. Ιτούτα που είδαν τα μάτια τ'ς δεν τα ματάειδαν! Κι μούνκι στουν παράδεισου, τ'ς είπαν, ιέχ' τέτια!
Απουσταμένις απ' του σιργιάν'τσμα ουόλ' την λ'μέρα, είπαν να κοιμ'θούν. Αραδώντας μέρους ιδώ κ' ικεί, βρήκαν ιένα πιρίφτιρου π' τ'ς φάν'κιν καλό. Ιέλυσαν τα σκ'τιά κ' ιέστρουσαν να πλαγιάσ'ν. Ουόσου τ'ς είχιν πάρ' του προυτουϋπν' κι τ'ς χάλασιν του χαβά ιένας κρίκ'σ που είταν σαν ντιρέκ'.
-Ε, κυράδις! Ξυπνάτι.
Ξύπνισαν λαχταρ'σμένις.
-Τι χαλέβ'ς, γιέμ';
Ιδώ που κοιμάστι, δεν είνι ξινουδουχείου!
-Κι πού να κοιμ΄θούμι;
-Στα σπίτια σας.
-Είμιστι ξένις.
Να πάτι στου ξινουδουχείου τότις.
-Άκου ισύ τώρα μύθια! Σιόλα τα πανηγύρια π' πααίνουμι, κοιμούμαστι στα κιλιά κι στου νάρτηκα τ'ς ικκλησιάς, κι ιτούτους μας λιέει να πάμι στου ξινουδουχείου!
-Σας πιρικαλώ, μι φκιάν'τι σαματάν κι' απαγουρέβιτι ιδώϊα να κοιμούντι.
-Να μας αφήκ'ς σ'ν ησυχία μας κι να τηράς την δ'λιάσ'.
Είδιν κι' απόειδιν ου άνθρουπους, π' δεν γιένιτι καν τίπουτας μι τούτις, αναγκάσ'κιν να κράξ' ιένα ουόργανου τ'ς  τάξιους κ' ιέτσ' κι τ'ς ιέβγαλαν ουόξου. Μ' είπαμι. Είταν τυχιρές. Τ'ς βρήκιν ιένας Κουζιανιώτ'ς π' τ'ς είξιριν, τ'ς πήριν στου σπίτιτ' κι τ'ν 'αλλ' την λ'μέρα τ'ς ιέστιλιν σ'ην Κόζιαν!
Μ' πώς να κάμ'ν τ'ς άλλις να π'στέψ΄ν που πήγαν στ΄ν ιέκθισ'!...Αγόρασαν απ' τουν Νταβάν' απού μια δραχμή ζαχαράτα, κι τα μοίρασαν σιόλ' τ' γειτουνιά. Κι άλλ' ουμιλία δεν ιέχ'ν τώρα στου χουρατά, απ' αυτά π' τ΄ς λιέν' η Τσιτσιά μι ν' Πουλιξέν', για τ'ν ιέκθισ'!...

Από  Ματίνα Γκούτζιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου