Translate

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

" Δυο Ημέρες, Μια Νύχτα " ο χρόνος για την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας


Στη Γαλλία της καθημερινότητας και του μόχθου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν, όπως σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες - γιατί αλλού τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα - τα ίδια προβλήματα. Τεχνοκρατική και ανάλγητη εργοδοσία που λογαριάζει αριθμούς, καθόλου όμως τους ανθρώπους. Αυτούς τους έχει για να τους εκμεταλλεύεται και να τους απομυζεί. Έχει  μάλιστα τον τρόπο η εργοδοσία να ενσπείρει τον φόβο, το μπαμπούλα της απόλυσης και της ανεργίας, ώστε οι αντιδράσεις για το δίκιο του εργαζόμενου να περιορίζονται ή και να εξαφανίζονται. Διαιρεί και βασιλεύει, όπως κάθε πηγή εξουσίας. Ο φοβισμένος κι απελπισμένος δύσκολα σηκώνει κεφάλι κι αν ναι, πόσοι είναι αυτοί, που μολονότι αντιμετωπίζουν κοινά προβλήματα, θα τον στηρίξουν;


Το πράγμα δυσχεραίνει όταν ο εργαζόμενος έχει προσπαθήσει να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του. Το χρέος για ένα μικρό σπίτι ή ένα αυτοκίνητο δυσκολεύουν περισσότερο την αντίδραση προς την εργοδοσία. Γιατί μπορεί να μην πληρώνεσαι καλά και να καταστρατηγούνται βασικά δικαιώματά σου, αλλά απ'  το καθόλου δουλειά ή το ταμείο ανεργίας, καλύτερη η κακώς αμειβόμενη δουλειά.

Εξάλλου μια δουλειά σήμερα δεν φτάνει. Για να τα βγάλεις πέρα, συνήθως χρειάζεται να ασκείς μια δεύτερη, ένα πάρεργο, που παρόλα αυτά δεν σου εξασφαλίζουν άνεση, αλλά τα απαιτούμενα χρήματα για να καλύψεις τις ανάγκες του σύγχρονου τρόπου διαβίωσης.

Σχεδόν όλη η μέρα είναι αφιερωμένη στην εργασία, εις βάρος κάθε άλλης ανθρώπινης δραστηριότητας και ανάγκης. Τα αποτελέσματα ενός τέτοιου  τρόπου ζωής είναι αρνητικά για την οικογενειακή ζωή, την ψυχική ισορροπία, την ανθρώπινη ευτυχία.



Η ταινία " Δυο Ημέρες, Μια Νύχτα " των Νταρντέν είναι ένα κοινωνικό δράμα. Με ρεαλιστικό τρόπο σκιαγραφούν την σύγχρονη καθημερινότητα των εργαζόμενων για την επιβίωση, την έλλειψη συλλογικότητας και συναδελφικής αλληλεγγύης, την παθητική στάση απέναντι στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων, τις συνέπειες της μονότονης και αδιάφορης εργασιακής πραγματικότητας στην ψυχική υγεία των ανθρώπων και στην οικογένεια.

Αυτός που αποβάλλεται από το σύστημα (όποιο κι αν είναι αυτό) συνήθως μένει μόνος με προβλήματα που διογκώνονται. Ωστόσο ο ωραίος αγώνας, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, οι εμπειρίες και η σοφία που αποκτάς στο δρόμο του είναι αυτά που τελικά σου δίνουν τη δύναμη να σταθείς, να διατηρήσεις την αξιοπρέπεια σου και να συνεχίσεις.



Κι ένα απόσπασμα από το Αθηνόραμα για την ταινία: http://www.athinorama.gr/cinema/article/duo_imeres_mia_nuxta-2502631.html

Παρασκευή μεσημέρι κι ένα τηλεφώνημα σηκώνει την ξαπλωμένη στον καναπέ Σαντρά, γνωστο­ποιώντας της πως η εργοδοσία του εργοστασίου όπου δουλεύει αποφάσισε να κάνει περικοπές κι έχει θέσει τους 16 συναδέλφους της μπροστά στο εξής δίλημμα: για να μην απολυθεί η Σαντρά, η οποία κάνει χρήση της αναρρωτικής της άδειας λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, θα πρέπει να αποποιηθούν όλοι το ετήσιο μπόνους τους. Όπως την πληροφορεί η φίλη της Ζιλιέτ, σε μια πρώτη ψηφοφορία 14 από τους 16 επέλεξαν να κρατήσουν τα 1.000 ευρώ που αντιστοιχούν στον καθέναν. Υπάρχει όμως η δυνατότητα για μια δεύτερη, τελική και μυστική ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η οποία μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα. 

Αρχικά απρόθυμη και φοβισμένη, η Σαντρά πείθεται τελικά να επισκεφθεί τους συναδέλφους τους μέσα στο Σαββατοκύριακο και να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. Σε ένα δεκάλεπτο οι Νταρντέν μας έχουν συστήσει τη βασική ηρωίδα τους, μια καταθλιπτική εργαζόμενη­ μητέρα, και μας έχουν ρίξει κατευθείαν στα βαθιά, σε έναν απελπισμένο αγώνα ενάντια στο χρόνο­.

Η πολιτική ματιά των Νταρντέν στον κόσμο της Σαντρά είναι σαφέστατη και ταυτόχρονα διακριτική. Κάθε νέα συνάντηση της ηρωίδας με έναν συνάδελφο δίνει και μια καινούργια προοπτική στο πρόβλημα, το οποίο από τη μία είναι ξεκάθαρο πως έχει μετατεθεί­ από τους «επάνω» στους «κάτω­» και από την άλλη διογκώνεται και γίνεται αδιέξοδο, διότι οι τελευταίοι, διασπασμένοι και φοβισμένοι, αδυνατούν να το διαχειριστούν συλλογικά. Εξίσου καθαρή και αποκαλυπτική είναι και η κινηματογραφική ματιά των δύο δημιουργών, που περιγράφουν τον αγώνα επιβίωσης της Σαντρά (την οποία πρωτοσυναντάμε κοιμισμένη ) ως μια διαδρομή αφύπνισης και σταδιακής ανάκτησης της αξιο­πρέπειάς της. Γι’ αυτό και παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής η αφήγηση ολοένα σφίγγει κι επιταχύνεται, το σασπένς κορυφώνεται και η συγκίνηση αποκτά κατακλυσμιαίες διαστάσεις όταν στο τέλος, και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, η Σαντρά (μια αφοπλιστικά λιτή Μαριόν Κοτιγιάρ ) καταλαβαίνει πως όσο ισχύει το «ο καθένας για τον εαυτό του» θα ισχύει και το «και ο θεός εναντίον όλων».

Γαλλία, Βέλγιο. 2014. Διάρκεια: 95΄




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου